BLOG ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ ΠΛΟΙΑΡΧΩΝ Ε.Ν.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θαλασσινές Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θαλασσινές Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ - διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα


Μια άλλη Καπετάνισσα θα παρουσιάσουμε σήμερα στο blog. Μια καπετάνισσα της λογοτεχνίας και ηρωίδα στο βιβλίο του Ανδρέα Καρκαβίτσα ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΛΩΡΗΣ. Και μπορεί να μην είναι Καπετάνισσα σαν αυτές που φιλοξενεί αυτό το ιστολόγιο, μα όταν διαβάσετε το κείμενο θα βρείτε πολλές ομοιότητες...



Η ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ

του ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ

Τον καπετάνιο μας όλοι τον εμακάριζαν για την καλή καρδιά, τη γλήγορη γολέτα και την όμορφη γυναίκα του. Οι προξενήτρες στο νησί, για να παινέψουν το γαμπρό, έλεγαν:

- Καλόγνωμος σαν τον καπετάν-Παλούμπα.

Οι ναυτικοί, όταν ήθελαν να συστήσουν κάποιο καράβι:

- Καλοτάξιδο σαν τη γολέτα του καπετάν-Παλούμπα.

Κι οι νέοι, όταν μιλούσαν για την αγαπητικιά τους:

- Όμορφη σαν τη γυναίκα του καπετάν-Παλούμπα.

Ήταν φημισμένος σε όλα τα Δωδεκάνησα αυτός και το έχει του.

- Τήρα καλά, κακομοίρη: την καπετάνισσα και τα μάτια σου! μου είπε όταν την έφερε στη γολέτα νύφη. Δεν ξέρεις, καλό παιδί, πόσο την αγαπώ!... Τρέμω να την αφήσω μοναχή και να φύγω.

Ε, καλά! Και ποιος δεν το ήξερε; Απάνω στα εξήντα χρόνια του ο καπετάν-Παλούμπας αποφάσισε να παντρευτεί. Το αποφάσισε – όχι, ψέματα είπα. Η τύχη το έφερε. Εκεί που γύριζε σε κάποιο νησί, είδε άξαφνα τη Λενιώ να κολυμπά και ανατρίχιασε σύψυχος. Μια πάνα σηκώθηκε από τα μάτια του και είδε τη ζωή αλλιώς κι αλλιώτικα. Η ματιά της κόρης χτύπησε την πέτρινη καρδιά του ναυτικού και πήδηξε κεφαλόβρυσο το αίσθημα. Το λυγερό κορμί, που έφευγε λαυράκι στα νερά, ξάφνισε τα νεύρα του· και το γέλιο, που απέμενε οκνό στον αέρα, τον τύλιξε σε πόθους και σε όνειρα.

Δε χασομερίζει· βάνει τα γιορτινά του, τη φουφουλοβράκα τσακιστή ανεμιστή, γαλάζες κάλτσες, μυτερά παπούτσια· ζώνει στη μέση κοκκινομέταξο ζωνάρι, περνά το κεντητό γιλέκο· λεβέντικα τσακίζει στο πλευρό το τουνεζίνικο φέσι και τρέχει στο σπίτι της Λενιώς. Πριν όμως πατήσει στη βάρκα, πισωγυρίζει και κρεμά στην αριστερή μασχάλη χρωματιστό μεταξομάντιλο, και παίρνει στο χέρι γαρουφαλοκέντητο πορτοκάλι. Το ένα γάμου κάλεσμα, το άλλο συμπεθεριάς σημάδι.

- Γεια σας κι ήρθα, λέει της γριάς. Είμαι ο καπετάνιος της «Κυραδέσποινας», που άραξε προχτές στο νησί σας. Τ’ όμορφο καράβι θέλει κι όμορφη καπετάνισσα. Ήρθα να πάρω το Λενιώ γυναίκα μου. Αν είναι με το θέλημα του Θεού και την ευκή σου, αύριο τη στεφανώνω.

- Καλώς ήρθατε και καλώς κοπιάσατε, σαν τον καλόν το χρόνο, απάντησε η γριά γλυκομίλητη. Ο λόγος απ’ το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί.

Ήταν έξυπνη η μάνα της Λενιώς, ψημένη στη ζωή, από τα μικρά της χρόνια χήρα. Βουτηχτής ο άντρας της, καθώς ανέβαινε με το δίχτυ του γεμάτο, τον έκοψε το σκυλόψαρο στα δύο, σαν πράσο. Άφησε πεντάρφανο το κορίτσι του. Εκείνη πάλεψε με τον κόσμο, ανάθρεψε γαρουφαλίτσα πρόσχαρη τη Λενιώ.

Δεν έλεγε όμως ποτέ να της δώσει άντρα γέροντα. Ούτε και διάβαινε στο νου της τέτοιο κακό. Όταν συχνά πυκνά συλλογιζόταν τον γαμπρό, έβλεπε πάντα ένα μεστωμένο και γερό παλικάρι χρόνων είκοσι, με μουστάκι μαύρο, δυνατά μπράτσα και στήθος πλατύ, απαράλλαχτο σαν το Μακεδόνα που βάζουν στην πλώρη τους πολλά καράβια. Αλλά τώρα, μόλις είδε τον καπετάν-Παλούμπα, καλοδέματον αληθινά, πάντα όμως ψαρομάλλη, ταμπακορούφη, σαλιάρη και τέλος γέροντα, δε δίστασε να δώσει αμέσως το λόγο της. Γέροντας, σου λέει, μα καπετάνιος· και καπετάνοι δε βρίσκονται κάθε μέρα στο νησί!

Ο καπετάν-Παλούμπας στεφανώθηκε τη Λενιώ, και μόλις έφτασε στη Σύρα, ολάκερο βίο ξόδεψε για τα στολίδια της.

- Γυναίκα μου, κυρά μου, αφέντρα μου! Να τα φορείς να χαίρεσαι, της είπε δακρύζοντας από χαρά και περηφάνια όταν την είδε λαμπροστολισμένη σαν τη Λιογέννητη. Αν δε σου φτάνουν αυτά, σου παίρνω κι άλλα. Κι αν δεν αρκούν και κείνα, πουλώ και τη γολέτα μου, να σε χρυσοντύσω σαν την Τηνιακιά.

Εκείνη δεν είπε τίποτα, παρ’ απόμεινε κοιτάζοντας τα φανταχτερά ρούχα της. Καθρέφτης ο ίσκιος της. Και όταν αργά σήκωσε τα μάτια πάνω του, το πικρό χαμόγελό της δεν ήθελε να ειπεί αν έβγαινε απρόθυμη από το νησί, ή ότι της δώσαν άντρα γέροντα.

Μέσα στη γολέτα ήμαστε όλοι κι όλοι εξ νομάτοι. Ο καπετάνιος με το γραμματικό του δυο· εγώ και το ναυτόπουλο άλλοι δυο και δυο ναύτες Μυκονιάτες. Άλλος κανείς. Μα ο γραμματικός, ο Πέτρος Ζούμπερος, ήταν ο ναύτης μας, ο κυβερνήτης, ψυχή και στόλος της όμορφης γολέτας μας. Μόλις ίδρωνε το μουστάκι του. Τα μαύρα του μαλλιά έφευγαν από το πλατύ μέτωπο, ανέβαιναν στην κορυφή, κατέβαιναν κατσαρά στα λαιμοτράχηλα, σαν πολυτρίχι που ζει δροσερό, μεταξωτό επάνω σε μελαχρινό κεφαλοκόλονο. Είχε τα μπράτσα δυνατά, πλατύ το στήθος, άτρομο το βλέμμα. Αν τον έβλεπε η γρια-μάνα της Λενιώς, βέβαια θα γνώριζε τον ονειρεμένο της γαμπρό.

Τον είδε όμως η κόρη. Τον είδε και τον γνώρισε για φαντασιά της μάνας της, μπορεί και για στοχασμό δικό της. Έβγαλε αμέσως τα μεταξωτά, έκλεισε τα χρυσαφικά σ’ ένα κοχυλοστόλιστο κουτάκι κι έλαμψε στο κατάστρωμα, με το κόκκινο μεσοφόρι και τον άσπρο σάκο της.

Ωιμέ, τ’ ήταν εκείνο! Τι πλάσμα ήταν εκείνο που έπεσε, δώρο τ’ ουρανού ή του κυμάτου γέλασμα, στο άχαρο σκαφίδι μας! Άλλαξε αμέσως η έρμη ζωή του ναύτη. Το καράβι έγινε σπίτι της. Από την αυγή ως το βράδυ το γύριζε, το στόλιζε, το περιποιόταν σα νοικοκυριό της. Ανέβαινε στο κάσαρο, κατέβαινε στην πλώρη, συγύριζε τα φτωχόρουχα στα γιατάκια μας· έμπαινε στο μαγεριό, έβγαινε στο τσιμπούκι να δέσει μαζί μας τους φλόκους.

Τι ήθελες και δεν έκανε του καθενός; Ποιος είχε ράψιμο να του ράψει· ποιος μπάλωμα να τον μπαλώσει· ποιος είχε λύπη στην καρδιά να τη σηκώσει με το δροσάτο γέλιο της, με το γλυκόλογό της. Πουλάκι, θαρρείς, αγαπησιάρικο και ομορφόπλουμο, πέταξε από τα δέντρα της παράδεισος στην κούρνια μας, και με το φτερούγισμα, με τον κελαηδισμό του, άπλωσε βάλσαμο στις τυραννισμένες ψυχές, ανάδωσε τη χαρά, πλανεύτρα την ελπίδα, τον πόνο και το μόχθο άβλαβα και ποθητά.

Έφευγε η μαρτιάτικη μέρα γοργή σα διάνεμα. Ερχόταν η αυγή και λέγαμε: ποτέ να μη νυχτώσει! Νύχτωνε και λέγαμε: πότε θα ξημερώσει; Την ημέρα όλοι μαζί, χαρά, τραγούδι, γέλια. Τη νύχτα μοναχός καθένας, συλλογισμένος, μισάνθρωπος! Ένας τ’ αλλουνού απόφευγε το συναπάντημα, παραξηγούσε το βλέμμα, με τον παραμικρό λόγο άπλωνε το χέρι στο λάζο, σα να τον είχε αντίδικο. Κάθε χαραυγή το μάτι ανυπόμονο γύριζε στου καπετάνιου την κάμαρη, λες κι ήταν σημάδι τ’ ουρανού να δείξει τον καιρό της ημέρας.

Και όταν τέλος χάραζε στο κεφαλόσκαλο το κόκκινο μεσοφόρι κι έχυνε στο κατάστρωμα του κρεβατιού τη ζεστασιά, του θηλυκού το μόσκο και της νυχτιάς τα μυστικά, αλί στους ταύρους και τα κόκκινα μεσοφόρια!

Άξαφνα ο ουρανός συγνέφιασε. Όχι ο ουρανός ψηλά, ο πλατύχωρος θόλος. Εκείνος ξακολουθούσε ολογάλαζος και ηλιολουσμένος τη μέρα, τη νύχτα κοσμοστόλιστος να σκεπάζει το τρυφερό θάμα που έπεσε στη γολέτα μας. Ερωτευμένος, λες, ήταν και κείνος μαζί του κι έβλεπε κι αναγάλλιαζε. Άλλος ουρανός συγνέφιασε· το μέτωπο του καπετάν-Παλούμπα. Η καλογνωμιά της Λενιώς δεν του άρεσε. Την ήθελε τη γυναίκα του, μα την ήθελε δική του. Ούτε από τον αέρα της δεν χάριζε κουρέλι στους άλλους. Στην αρχή έκαμε παράπονα, έπειτα την περιόρισε.

- Από την άκρη του κάσαρου δεν έχει να κάμεις βήμα! της είπε ορθά κοφτά.

Και για να βάλει σύνορο, άπλωσε στο ξύλο που κρατά τους κουβάδες ένα καραβόπανο. Χωρίστηκε έτσι σε δυο η γολέτα. Εδώ η κόλαση· εκεί παράδεισος. Εκείνη θύμωσε.

- Παλιόγερε! ψιθύρισε πεισματικά. Παλιόγερε! με πήρες περιστέρι από τον κόρφο της μάνας μου και κοντεύεις να με κάνεις κουρούνα με τις γκρίνιες σου!

Και λύθηκε στα δάκρυα. Μα δε βάσταξε πολύ. Σε λίγο πάλι τα γέλια και τα χάχανα. Σβούρα πάλι απ’ άκρη σ’ άκρη στο κατάστρωμα. Το μεσοτοίχι που πίστεψε ακλόνητο εκείνος, έγινε μαγνάδι στη θέληση της γυναίκας. Την κονταυγή, όταν ο καπετάνιος ξενυχτισμένος βαρυροχάλιζε στην κάμαρη, ξέφευγε αχτίνα από το πλευρό του κι ερχότανε να πλύνει μαζί μας το κατάστρωμα.

Ωχρόδροση σαν αυγινή μοσκιά, με τα χρυσόμαλλα κυματιστά στον άνεμο, με τον άσπρο σάκο αφρόντιστα κουμπωμένο και το κόκκινο μεσοφόρι σφιχτοσηκωμένο στα γόνατα, τσαλαβουτούσε στα νερά κι έτριβε τα σανίδια ξαναμμένη, τρελή. Μέσα στα σμιχτά φορέματα το λυγερό κορμί, λαχταριστό κι ολότρεμο, έδενε την ψυχή μας. Κάτω από τα χυτά μαρμαροτράχηλα ανάτελνε αυγερινός το στήθος της· και κάτω από το μεσοφούστανο – π’ ανάθεμά το! – οι γάμπες τορνευτές, τα τριανταφυλλένια ακροδάχτυλα, έφευγαν περιστέρια στο νερό. Εκείνη όμως, αδιάφορη, έτριβε με πάθος τα σανίδια και κάθε τόσο αργυρογελώντας έλεγε στον Πέτρο Ζούμπερο:

- Ε, καλό γραμματικούδι! Δε με παίρνετε μούτσο σας;

Και ξεχνιότανε κοιτάζοντάς τον με τα μάτια γλαρά, με τέτοιο ανάδεμα των χειλιών, που έλεγες ήταν μέλισσα κι έτρεχε να κολλήσει σε γλυκόχυμο ανθό. Μα αμέσως, ξαφνιασμένη από το κάμωμά της, «Σουτ!» σφύριζε, βάζοντας το ροδοδάχτυλο στα διψασμένα χειλάκια της και βλέποντας ολόγυρα, «Σουτ, μη μας ακούσει ο γέρος!»

Και λέγοντας «Σουτ!» έβαζε κάτι γέλια, κάτι τρελούτσικα, πεταχτά, κυματιστά γέλια, που και νεκρό μπορούσαν να αναστήσουν. Αλλά σε λίγο το γκουχ γκουχ! εσαχλοβρόντα μέσα στην κάμαρη κι η Λενιώ έσβηνε πίσω στο κάσαρο. Έκλεινε τότε η πύλη της παράδεισος κι έμεναν όξω, ταπεινοί και περίλυποι, οι εξόριστοι δαίμονες.

Εδώ ανάτελνε και κει φώτιζε η μέρα. Γέλια εκεί, τραγούδια και μπουζούκια· βάσανα εδώ, δουλειά και καταφρόνια. Ο μπούφος σφιχτοκρατεί στα νύχια την άδολη τρυγόνα· ελεύθερος αναγυρίζει τα φτερά της· ψηλαφά τους κόρφους, μαδά λυσσάρης τα μεταξένια πούπουλα, σφίγγει την και πνίγει στα νεκρά στήθη του. Δε φτάνει πια σε μας παρά το σβησμένο γέλιο της. Το γέλιο που φορτώνει μολύβι την καρδιά, τα αίμα φέρνει στο κεφάλι μας. Έτσι τη συνηθίσαμε πάντα μαζί, που πίστεψε καθένας πως η γυναίκα κείνη ήρθε να σκορπίσει σε όλους τη χάρη της κι όχι σ’ ένα μοναχά. Έτσι, φαίνεται, το συνήθισε και κείνη. Γιατί άξαφνα, εκεί που τριβόταν σαν χαϊδεμένη γάτα κοντά στον καπετάνιο, πεταγόταν απάνω και μέριαζε το καραβόπανο φωνάζοντας τρομαχτικά:

- Παναγία, βόηθα!... Παναγία, βόηθα!...

Κι ευθύς που δροσόλουζε το καράβι με τη ματιά της, γύριζε πίσω γελαστά κι έλεγε στον τρομαγμένον αφέντη της:

- Τίποτα, καλέ! Τίποτα!... Έλεγα πως ήταν βαπόρι να μας κόψει.

Έτσι ξημερωθήκαμε μια μέρα μπρος στην Καλλίπολη. Να ειπώ την αλήθεια, ξημέρωσε η μέρα κι όχι εμείς. Η «Κυραδέσποινα» στο σύθαμπο αρμένιζε ακόμη. Πυκνή καταχνιά πλάκωνε τα Μπουγάζια, κι ούτε θάλασσα, ούτε στεριά, ούτε δέντρο μας έδειχνε. Μόνο μια στιγμή, μια μοναχή στιγμή, δεξιά μου φάνηκε ένας μιναρές, κάποιο σπιτάκι, ένας μύλος με ανοιγμένες φτερωτές, κάτι αληθινό και ψεύτικο! Χρυσό τρεμόφεγγε το μισοφέγγαρο του μιναρέ· έσβηνε και θάμπωνε, έλαμπε κι έσβηνε. Το σπιτάκι παραφουσκωμένο πισωπατούσε, μουλωχτά έφευγε. Οι φτερωτές του μύλου ακίνητες, πείσμα έδειχναν και το ξάφνισμα ενού δράκου. Σύντροφοι όμως ήταν και τους κοίταζα με ψυχοπόνια. Μα ζηλιάρα η καταχνιά έσυρε και κει την υγρή σκέπη της, μας ξεμονάχιασε στη γολέτα.

Καθένας έπιασε τώρα τη θέση του. Ο καπετάν-Παλούμπας κοντά στο τιμόνι· ο γραμματικός ορθός στο τσιμπούκι· οι άλλοι ναύτες ζερβόδεξα στις κουπαστές· το ναυτόπουλο στο κορζέτο ψηλά· εγώ με τον κόχυλα και το γλωσσίδι της καμπάνας στα χέρια.

- Μπου... μπου! Νταγκ... νταγκ-νταγκ!

Σφύριζα μια και δεκαείκοσι απαντούσαν στο σφύριγμά μου. Μπουρούδες εμπρός, καμπάνες πίσω, δεξιά σφυρίχτρες, αριστερά μας σήμαντρα. κέρατα, όστρακα, ξύλα, μέταλλα και ανθρώπινα λαρύγγια δε βροντοφωνούσαν άλλο, με κάθε τρόπο, βραχνά, παραπονιάρικα είτε απειλητικά, παρά την τρομερή προσταγή:

- Σταθείτε! Φυλαχτείτε! Μη και τρακάραμε!

Όλοι το έλεγαν και το ένιωθαν όλοι να πέφτει χιονοβολή στην ψυχή τους. Και μονάχα η καταχνιά, αδιάφορη, επίμενε να συσμίγει τους ατμούς κρύους και να τυλίγει, να τυλίγει τα τόσα τέρατα που βρουχιόνταν περίτρομα στους κόρφους της.

Άξαφνα, βλέπω κάτω ασημοστρωμένη τη θάλασσα. Μπουλούκι θαλασσοπούλια πέταξαν λες από την πλώρη μας, απλώθηκαν γραμμή ολότρεμη, ξύρισαν με το φτερό τα νερά, χάθηκαν πέρα σαν μαύρο φίδι μακρύτατο, που φεύγει τη φωτιά. Και ζερβόδεξα, φαντάσματα να κατεβαίνουν απάνω μας, πανιά και ξάρτια καραβιών, που έτρεχαν αιθεροπλανεμένα, θαρρείς, να βρουν τον πόρο τους. Οι ναύτες τυλιγμένοι στην καταχνιά μόλις ξεχώριζαν, ψυχές ανεμοκίνητες που ταξιδεύουν στο χάος. Έτρεχαν και κείνοι ζερβόδεξα, κοίταζαν ολόγυρά τους, κάτω στα νερά κι απάνω στον αέρα, μην ξεβράσει κακό η θάλασσα και μη βρέξει χάλαρα ο ουρανός. Έτρεχαν και φώναζαν και σφύριζαν δαιμονισμένα:

- Σταθείτε!... Φυλαχτείτε!... Μη και τρακάραμε!...

- Μπου... μπου! Νταγκ... νταγκ-νταγκ!

Φυσώ και γω τον κόχυλα και τινάζω το γλωσσίδι της καμπάνας ξετρελαμένος. Σα να φύσηξαν Τρίτωνες στ’ όργανό μου, η καταχνιά σηκώθηκε από τη Ρούμελη. Φάνηκαν τώρα οι πλαγιές πράσινες, τα χτίρια ροδισμένα, τ’ ακρογιάλια γελαστά, κατάγλαυκη η θάλασσα. Ο ήλιος χρυσόθρονος ανέβαινε σπέρνοντας παντού, στο χόρτο και το λιθάρι, στον άμμο και τα νερά, σωρό τις διαμαντόπετρες. τα πλεούμενα με κατάβροχα πανιά φρόντιζαν να πιάσουν τη γραμμή τους. Και κάτω κει, από το στενό της Μάδυτος, πρόβαλε τρεχάτο, σα να έκοψε τις αλυσίδες του, το αράπικο βαπόρι ερχάμενο καταπάνω μας.

Μα η «Κυραδέσποινα» αρμένιζε ακόμη στο σύθαμπο. Γύρω μας, και στην ανατολή αντίκρυ, έστεκε η καταχνιά σκοταδερή, αέρινος Καύκασος, σα να μας είχε πείσμα. Μονάχα δυο τρεις φορές ο ήλιος λόγχισε τ’ αδυνατότερα μέρη κι έδειξε τη φυλακή μας ασημοχρύσωτο κρύσταλλο. Κάτω στα νερά μονοπάτι φιδωτό έδενε τα δυο ακρογιάλια. Μα εγώ ξακολουθούσα πάντα να ρίχνω με τον κόχυλα και την καμπάνα μου βουή και κλάγγασμα στον αλαλαγμό και το θρήνο.

- Μπου... μπου! Νταγκ... νταγκ-νταγκ!

Μια στιγμή κάπως άκουσα ψιθυρίσματα στην πλώρη κατάνακρα. Βάνω τ’ αυτί μου. Ένα γέλιο μικρό, γαργαλιστικό, γνώριμο γέλιο έρχεται να μου παγώσει την καρδιά. Και μια φωνίτσα μασημένη, κελαηδιστή, ακούω να λέει:

- Αχ, τι καλά!... Τι όμορφα... Έτσι πάντα... Έτσι πάντα... Αιώνια έτσι!...

Ήταν η φωνή της καπετάνισσας.

- Γιατί έτσι πάντα; ρωτάει του γραμματικού η φωνή, τρυφερή και κείνη.

- Για να είμαστε οι δυο μονάχοι, οι δυο μας σ’ όλο τον κόσμο... Και γύρω μας μεταξοσέντονα όπως τώρα· μεταξοσέντονα με χρυσές ούγες, με δαντελένιες άκρες, με στημόνι από δροσιά. Γύρω κι απάνω και κάτω μας μεταξοσέντονα σαν αυτά, που δεν τα γνώρισε αργαλειός, που δεν τα ύφανε υφάντρα. Μεταξοσέντονα σαν αυτά που τ’ άπλωσε στη θάλασσα νεράιδας χέρι, να κρύψουν στις χαρές τους εσέ, καλέ μου, κι εμέ τη σκλάβα σου.

Άνοιξα τα μάτια διπλά· τίποτα δεν έβλεπα. Η καταχνιά έσφιξε πάλι και θάμπωσε και σκέπασε όλα με μυστήριο. Χάθηκε η Ρούμελη, έσβησε η θάλασσα, πάνε τα καράβια που γύρευαν τη γραμμή τους· έσβησε και τ’ αράπικο που έτρεχε πριν καταπάνω μας. Και μέσα στο σταχτόμαυρο πλοκό πύρινα φίδια, οι σαγίτες, έφευγαν ψηλά με βραχνό σφύριγμα, με τρελή γοργάδα, εκουφοβρόντουν ψηλά, έβρεχαν καντήλια πέρα δώθε, λες κι ήθελαν να ιστορήσουν στ’ αστέρια τη μοίρα μας. Όχι στην πλώρη, μήτε δίπλα μου δεν ξεχώριζα τίποτα. Τον κελαηδισμό τους μόνον άκουα, και κείνον κομματιαστό, πνιγμένο, σα να ερχότανε από το πηγάδι μέσα.

Δαίμονας μ’ έπιασε να πάω κοντά. Έλα όμως που δε μπορούσα ν’ αφήσω τη θέση μου! Έπρεπε ν’ απαντάω και γω κάθε δυο λεφτά στον αλαλαγμό. Ήμουν εκείνη την ώρα η φωνή της γολέτας· η ψυχή της ήμουν. Και ξακολούθησα τακτικά να φυσώ τον κόχυλα και να κινώ της καμπάνας το γλωσσίδι με δύναμη, λες κι ήθελα να τη σπάσω.

- Μπου... μπου! Νταγκ... νταγκ-νταγκ!

Εκείνη την ώρα ακούω τον καπετάνιο, με φωνή πεισμωμένη, να κράζει κοντά του το μικρό ναυτόπουλο. Απελπίστηκε από τον άνεμο και σκέφτηκε του Επιτάφιου το κερί. Σε κείνο δεν αντιστέκεται η καταχνιά ούτε στιγμή. Το ναυτόπουλο ήταν ο μικρότερος κι ο αθωότερος μέσα στη γολέτα. Νίφτηκε αμέσως, φόρεσε τα γιορτινά του, έβαλε το κερί μ’ ευλάβεια σ’ ένα κουτάκι, το άναψε και το απίθωσε με μια κλωστή κάτω στα νερά.

- Λύτρωσέ μας, Χριστέ, όπως λύτρωσες τον κόσμο!

Στη στιγμή – τ’ ορκίζομαι – στη στιγμή έρχετ’ ένα φύλλο και σαρώνει από τη γολέτα την αντάρα. Την κουρέλιασε, την έσπρωξε στις σκοτεινές σπηλιές σαν κατάδικο. Ο ήλιος χρύσωσε τώρα τα σίδερα, διαμαντοστόλισε τα σχοινιά, βερνίκωσε το μπαστούνι, τα κατάρτια, τις σταύρωσες· έδειξε νοτισμένα ξύλα και πανιά. Αλί! Έδειξε κι ένα αντρόγυνο που γλυκοφιλιόταν δίπλα στον αργάτη.

Δεν πρόφτασα να καλοκοιτάξω, κι ακούω πίσω μου τέτοιο βόγκο, που νόμισα πως το στοιχειό της θάλασσας χύθηκε να μας καταπιεί. Δεν ήταν το στοιχειό· ήταν ο καπετάν-Παλούμπας· έτρεξε από το κάσαρο κακό δρολάπι απάνω τους. Εκείνοι, καθώς άκουσαν το βόγκο του, κατάλαβαν πως τα μεταξοσέντονα τους πρόδωσαν. Τινάχτηκαν ντροπιασμένοι.

- Έλα! φωνάζει ο γραμματικός. Έλα μαζί μου!

Και με το λόγο πηδά στη θάλασσα. Έκαμε να ακολουθήσει το Λενιώ. Αλλά μόλις αντίκρισε το κύμα, πισωπάτησε ολότρεμη. Πλάκωσε τότε ο καπετάν-Παλούμπας κι άπλωσε τα χοντρόχερά του στα χρυσά μαλλιά. Δεν πρόφτασε. Βρόντος ακούστηκε, και τινάχτηκαν ξύλα κι άνθρωποι στη θάλασσα. Το αράπικο, τρέχοντας να κερδίσει το δρόμο του, ήρθε σωτήρας της λυγερής και σκόρπισε πανιά μαδέρια την «Κυραδέσποινα». Τι απόγινε ο γραμματικός; Πώς σώθηκε η ερωταριά; Δεν ξέρω τίποτα. Μπορεί να χαίρονται κάπου τη ζωή, όπως την ονειρεύτηκε ο καπετάν-Παλούμπας. Εκείνον όμως τον είδα σακατεμένο, άγριο, μελαγχολικό στο περιγιάλι. Τίποτα πια δεν έβρισκε κανείς να του παινέψει.

Πάει κι η καλή καρδιά, πάει κι η γλήγορη γολέτα, πάει κι η όμορφη γυναίκα του!

_____________________

ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/karkabitsas%20logia%20plwrhs/09-kapetanissa.htm

Μια νύχτα στο Σέτουμπαλ

Νύχτα Πρωτοχρονιάς. Τέτοια νύχτα βγήκαμε οι δυο μας στο Σέτουμπαλ.



Περπατήσαμε, χαζέψαμε ανθρώπους και βιτρίνες, επιτέλους αγκαλιαστήκαμε χωρίς να φοβόμαστε τι θα πει ο ένας και ο άλλος μέσα στο καράβι. Κι ας ήμασταν και αρραβωνιασμένοι. Οι άλλοι όμως ήταν μόνοι τους, χωρίς τις γυναίκες τους, χωρίς τις αρρωβανιαστικές τους, χωρίς έστω τις ερωμένες τους. Δεν μπορείς να τους προκαλείς, να ρίχνεις αλάτι στην πληγή της μοναξιάς τους. Δεν μπορείς να χαίρεσαι τον έρωτά σου όταν όλοι οι άλλοι τριγύρω είναι σε ερωτική στέρηση. Όπως δεν μπορείς να πιεις νερό όταν τριγύρω σου υπάρχουν διψασμένοι. Μπορείς;

Απόψε επιτέλους ήμασταν έξω. Στα φωταγωγημένα δρομάκια της άγνωστης πόλης, που περίμενε μαζί με όλο τον υπόλοιπο κόσμο την 1η του έτους. Του 1981.



Στα δρομάκια του Σέτουμπαλ, μια ανάσα από τη Λισμπόα.

Ούτε θυμάμαι για ποιο λόγο ακριβώς έπιασε το Ολύμπικ Άρροου στο Σέτουμπαλ. Νομίζω κάποια μικροεπισκευή πρέπει να κάναμε. Χαράς ευαγγέλια οι επισκευές. Δεν είναι φορτο - εκφόρτωση να τρέχεις. Στην επισκευή αναλαμβάνει το συνεργείο κι εσύ απλώς βοηθάς.

Κι έχεις και κόσμο στο καράβι... να σπάει η μονοτονία!

Καμιά φορά βέβαια, σκάνε μύτη και από την εταιρεία, τίποτε αρχιπλοίαρχοι και αρχιμηχανικοί, κι εκεί τα πράγμα είναι ζόρικα γιατί ξέρεις ότι το μάτι τους είναι πάνω σου, καταπάνω σου, και πρέπει να αποδείξεις μέσα σε λίγες μέρες ότι δεν είσαι ελέφαντας αλλά μια γυναίκα και μόνο που θέλει να δουλέψει στη θάλασσα.

Φυσιολογική γυναίκα. Ούτε καλόγρια ούτε από την άλλη πάντα, την αντρόγυνη. Που θέλεις και να δουλέψεις σωστά αλλά και τα δικά σου δικαιώματα στη ζωή. Δύσκολος δρόμος...

Ξέρεις, εδώ έξω στη στεριά, όταν τους λες είμαι ναυτικός και μάλιστα σε ποντοπόρο, σε κοιτάνε στραβά λες και τους λες ότι δουλεύεις σε μπορντέλο. Ψέματα να σας λέω; Ακριβώς αυτό συμβαίνει.

Ο στεριανός ακούει πως βρίσκεσαι κάτι μήνες με τόσους άντρες μόνη σου και δεν μπορεί να χωνέψει ότι εκεί πας για άλλο λόγο και όχι για να λύσεις το σεξουαλικό πρόβλημα των αντρών του πληρώματος.

Στο καράβι πάλι τα πράγματα είναι συνήθως ακριβώς ανάποδα. Εκεί περιμένουν να σταθείς πιο πουριτανή και από τις καλόγριες. Δε θα βαφτείς, δε θα βγάλεις φρύδι, δε θα φορέσεις φούστα, τα μπλουζάκια σου όλα κλειστά ως το λαιμό και γενικά θα ξεχάσεις κάθε τι το θηλυκό. Να μην προκαλείς. Ο στόχος είναι να μην προκαλείς τους άντρες με την παρουσία σου.

Εσένα βεβαίως δε σε ρωτά κανένας αν σε προκαλούν εκείνοι. Εσύ καράβια δεν ήθελες; Ε, θα υποστείς λοιπόν τα πάνδεινα και χωρίς διαμαρτυρία...

Κι αν ερωτευτείς; Γιατί άνθρωπος είσαι, και μπορεί τόσους μήνες εκεί μέσα, να το πάθεις κι αυτό... Τι θα κάνεις;

Να ωραία ερώτηση για να ξενυχτάς νύχτες ατελείωτες και απάντηση να μη βρίσκεις.

Εμείς πάντως αποφασίσαμε να αρραβωνιαστούμε. Για να μας αφήσουν ήσυχους και για να μην κοροϊδεύουμε κι εμείς τους άλλους, παριστάνοντας πως δεν τρέχει τίποτα.

Νομίζω ότι ήταν η πιο σωστή λύση, που βοηθούσε και τους άλλους να δεχτούν την κατάσταση. Συνηθισμένοι ήταν από την παρουσία συζύγων, πότε του καπετάνιου, πότε του πρώτου, πότε κάποιου άλλου αξιωματικού. Ναι, δεν μπορείς να παραβλέπεις τα ήθη και τα έθιμα της μικρής κοινωνίας του πλοίου. Θα σεβαστείς τους κανόνες, για να σε σεβαστούν και οι άλλοι.

Απόψε όμως, παραμονή Πρωτοχρονιάς, ήμασταν επιτέλους έξω από το σιδερένιο κλουβί. Στη στεριά και χωρίς να χρειάζεται να δώσουμε λογαριασμό σε κανέναν για τον έρωτά μας. Μια νύχτα που κι εμείς ήμασταν ένα από τα εκατομμύρια ερωτευμένα ζευγάρια στον κόσμο και τίποτε άλλο. Και νύχτα γιορτής...

Δε θυμάμαι τίποτε από το Σέτουμπαλ πια. Μόνο την αίσθηση της απόλυτης ευτυχίας. Και της μαγείας εκείνης της νύχτας. Όλα ήταν μαγικά. Τόσο μαγικά που καταφέραμε να ξεμείνουμε στη στεριά και να μη βρίσκουμε ταξί να γυρίσουμε στο καράβι. Άλλο που δε θέλαμε βέβαια!

Χρόνια μετά είχαμε να θυμόμαστε πως δεν είχαμε ξαναφάει στη ζωή μας πιο νόστιμο φαγητό από το φαγητό εκείνης της νύχτας. Μια ταβέρνα, μια συνηθισμένη ταβέρνα, που έκανε ρεβεγιόν. Κι εμείς τυχεροί που βρέθηκε ένα ελεύθερο τραπεζάκι για δυο... Τι θεϊκά πιάτα ήταν αυτά; Τι γεύσεις ονειρεμένες;

Σας λέω, από τότε κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς νοσταλγούσαμε και οι δυο μας εκείνο το μαγαζάκι. Κι ας μην ξέραμε και τι ακριβώς φάγαμε. Πώς να συνεννοηθείς; Εμείς δεν ξέραμε πορτογαλέζικα κι αυτοί δεν ήξεραν ούτε καν αγγλικά.

Ούτε και αυτό το Σέτουμπαλ δεν ξέραμε μέχρι που χρειάστηκε να δέσει εκεί το καράβι. Μια Λισαβώνα όλη κι όλη είχαμε ακούσει και τίποτε περισσότερο.

Κοντά 40 χιλιόμετρα είναι το Σέτουμπαλ από την πρωτεύουσα. Χτισμένο κι αυτό δίπλα σε ποτάμι, στο Σάντο, όπως η Λισμπόα είναι χτισμένη στις όχθες του Τάγου.



Καταφέραμε τις μέρες που μείναμε στο Σέτουμπαλ, να πάμε κι εκεί. Περάσαμε και τη μεγάλη γέφυρα πάνω από τον Τάγο.



Κι είδαμε εκείνο το τεράστιο άγαλμα του Χριστού, απομίμηση του άλλου, στο Ρίο ντε Τζανέιρο...

Τι το θέλαμε; Μόνο και μόνο για να μαυρίσει η ψυχή μας από τη φτώχια και τη δυστυχία. Δεν ξέρω, σίγουρα η πόλη θα έχει και άλλη γειτονιά, πιο πλούσια, εμείς μείναμε όμως να κοιτάμε την παραγκούπολη και να αναρωτιόμαστε αν είμαστε σε χώρα της Ευρώπης.

Στη μέση του δρόμου τηγανίζανε κάτι μικρά γλυκά από ζυμάρι. Όπως μονάχα σε χώρες της Άπω Ανατολής έχω δει να κάνουν. Και σαν τουλουμπάκια δικά μας. Με ζάχαρη και κανέλα σερβιρισμένα και σε χωνί χάρτινο, όπως εμείς παίρνουμε κάστανα ψητά.

Πήγαμε και στα μαγαζιά. Τι να πάρεις; Πράγματα χαζά, από φελλό. Και τα απαραίτητα για το ταξίδι. Δυο παντελόνια, ένα κόκκινο κασκόλ.

Εκείνο που μένει από την Πορτογαλία είναι μονάχα η μαγεία εκείνης της νύχτας, της πρωτοχρονιάτικης. Ήταν η πόλη; Ή μονάχα η αίσθηση της ελευθερίας;

Περπατήσαμε και αν περπατήσαμε μέσα στους άγνωστους δρόμους. Ταξί πουθενά. Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Έχουν κι εκεί οι άνθρωποι συνήθιο να μαζεύονται νωρίς στα σπίτια τους. Ανασάναμε. Κανείς δε θα μπορούσε να μας κατηγορήσει που ξενυχτήσαμε έξω.

Εμένα δηλαδή. Γιατί τους άλλους ναυτικούς ποιος να τους ζητήσει ρέστα που ξέμειναν νύχτα στο λιμάνι; Να διαβάσεις τη Βάρδια του Καββαδία, και θα καταλάβεις τι σημαίνει άντρας ναυτικός και μάλιστα σε λιμάνι.

Εμάς όμως; Τις γυναίκες; Δίχως καμιά παράδοση πίσω; Πώς πρέπει και πώς δεν πρέπει να είναι μια γυναίκα ναυτικός; Και είναι, γράφει ο Καββαδίας, ένας κόμπος στο λαιμό, ένας βρόχος, που γίνεται μετά βιβλίο. Και τέτοιοι κόμποι δεν ξεχωρίζουν λαιμούς αντρών και λαιμούς γυναικών...

Τέτοιος κόμπος κι εκείνο το βράδυ, το πρωτοχρονιάτικο, στο Σέτουμπαλ. Κι ήρθε και έλιωσε και χάθηκε, όταν χάθηκε και η ελπίδα να βρούμε ταξί να γυρίσουμε στον ντόκο που είχε δέσει το βαπόρι μας. Μια δικαιολογία ψάχναμε και είχαμε την καλύτερη.

Κι όχι πως δε γυρίσαμε όλους τους δρόμους και τις πλατείες:



Από την πλατεία Bocage, βαφτισμένη στο όνομα του ποιητή, μέχρι κάτω στα λιμανάκια:



Έπειτα, ήρεμοι, το πήραμε απόφαση. Δική μας όλη η νύχτα. Δώρο πρωτοχρονιάτικο. Μια νύχτα στο Σέτουμπαλ. Της Πορτογαλίας...

Το Σέτουμπαλ που πέρασες σήμερα κι εσύ. Στα ανοιχτά κι από μακριά.

Έβλεπα το καράβι σου να ταξιδεύει, έβλεπα και τα άλλα καράβια. Παραλλαγή Λισμπόα. Και μετά Σέτουμπαλ. Ας μην είναι Πρωτοχρονιά. Έχει όμως ο μήνας 17. 17 του Γενάρη.

Κι ήρθε εκείνος ο κόμπος στο λαιμό. Ο ξεχασμένος από δεκαετίες. Για τη μία και μοναδική νύχτα που ξενύχτησα κι εγώ σε λιμάνι...

ΣΤΟ ΚΑΜΠΟΥΝΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ...


Παραμύθι για ναυτικούς και όχι μόνο

Παραμονή Πρωτοχρονιάς και ο μικρός άγγελος τίναξε τις φτερούγες του να ξεμουδιάσει. Αμάν πια με τις τριγωνομετρίες και τις άλλες αλχημείες. Μπάφιασε να παρακολουθεί τι κάνει το ένα και το άλλο καράβι. Καράβια φορτηγά, γκαζάδικα, κρουαζερόπλοια, ψαράδικα, ακόμα και φελούκες που κουβαλούν πατικωμένους μετανάστες...

Μα ξέρεις όμως τι εκνευριστικό που είναι την ώρα που όλοι ετοιμάζονται για τη βασιλόπιτα, εσύ να πετάς πάνω από τους ωκεανούς της γης και τσουπ! να βάζεις σημαδάκια για κάθε καράβι που αρμενίζει; Διότι ναι, έχουν αγγέλους να τα φυλάνε τα καράβια. Πώς αλλιώς νομίζεις τα καταφέρνουν και φτάνουν στο λιμάνι σώα και ασφαλή; Ας είν' καλά οι άγγελοι.

Νύχτα και μέρα απλώνουν τις φτερούγες τους πάνω από τη γη και άλλο δεν κάνουν παρά να νοιάζονται τους θαλασσινούς και τα πλεούμενα. Τσούγκρισαν τις πλώρες τους δυο βαπόρια; Έπεσε κανένα ναυτάκι στη θάλασσα; Άρχισε να καπνίζει κανένα μηχανοστάσιο; Ο μικρός άγγελος και η παρέα του ανασκουμπώνονται και τρέχουν να βοηθήσουν!

Απόψε όμως ο μικρός άγγελος ήταν πολύ κατσούφης. Και δεν έφταιγε μόνο η Πρωτοχρονιά. Άλλο τον έκαιγε και τον τσουρούφλιζε. Ένα καράβι που δεν πρόκαμε να το βοηθήσει. Και πήρε εννιά παλικάρια στον άλλο κόσμο. Ανήμερα Χριστούγεννα. Ναι, δεν τα καταφέρνουν πάντα οι άγγελοι, όσο κι αν θέλουν. Και μετά κάνουν καιρό πολύ να ξεχάσουν το κακό. Και όλο λυπημένοι είναι και με βουρκωμένα τα ματάκια τους.

- Αχ, και να είναι όλοι τους καλά απόψε τουλάχιστον, ψιθύρισε ο αγγελάκος.

Γιορτή κι απόψε σε όλη τη γη. Και όλοι θα φορέσουν τα γιορτινά τους και θα μαζευτούν γύρω από το φορτωμένο με όλα τα καλά του κόσμου τραπέζι να κόψουν τη βασιλόπιτα. Οι ναυτικοί όμως;

Οι ναυτικοί, ο μικρός άγγελος το ήξερε καλά, δε θα γιορτάσουν. Δε θα κόψουν βασιλόπιτα. Ανάμεσα ουρανό και θάλασσα θα υποδεχτούν το νέο χρόνο.

Και οι ναυτικοί και οι ... ναυτικίνες. Άλλοι στη γέφυρα, άλλοι στο μηχανοστάσιο, άλλοι πίσω στην πρύμη να μετράνε τις μπουρμπουλήθρες της προπέλας και άλλοι να βολοδέρνουν στις κουκέτες τους και ύπνος να μην τους κολλάει.

Αναστέναξε ο μικρούλης άγγελος. Καθόλου, ναι, καθόλου δεν τον πείραζε που θα έχανε κι εκείνος τη γιορτή και το γλέντι. Αυτός, αν μπορούσε, ένα θα έκανε απόψε. Θα σήκωνε στις φτερούγες του όλους τους ναυτικούς και θα τους έφερνε για μια βραδιά πίσω στα σπίτια τους και στους αγαπημένους τους.

Για μια βραδιά. Κι αύριο πάλι πίσω στο καράβι, γιατί μη νομίζεις πως θέλουν για πολύ τη στεριά οι ναυτικοί. Μόνο να, κάτι τέτοιες νύχτες, ξεχνάνε κι αυτοί τη λαχτάρα της θάλασσας και βουλιάζουν στη νοσταλγία. Μόνο μια νύχτα λοιπόν. Αχ, να μπορούσε ο αγγελάκος μας να τους φέρει όλους πίσω για τούτη τη νύχτα!

Να χαρούνε οι ναυτικοί, να χαρούνε και όσοι τους αγαπούν. Μα δεν μπορούσε. Ακόμη και οι άγγελοι δεν τα μπορούν όλα.

Τουλάχιστον, σκέφτηκε ο μικρός άγγελος, ας κάνω αυτό που μπορώ. Ας κάνω έστω και έναν άνθρωπο απόψε χαρούμενο.

Πήρε λοιπόν τα ουράνια εργαλεία του, κάτι τεράστιους διαβήτες και κάτι τεράστιους χάρακες, κι άρχισε να μετράει. Έπειτα κοίταξε στο μεγάλο ραντάρ, τόσο μεγάλο που κανένα καράβι δεν έχει.

Βρήκε τα καράβια που έψαχνε.

- Α, είπε. Ετούτο περνάει τον κόλπο του Άντεν. Λίγο ακόμη να φτάσει στα ανοιχτά της Υεμένης και να κάνει αλλαγή.

Τσουπ, μάρκαρε στον μεγάλο χάρτη ένα μικρό σημαδάκι.



Έπειτα γύρισε προς τον Ατλαντικό.

- Μπα; Πότε κιόλας έφτασαν στο Πράσινο Ακρωτήρι; Προχτές ακόμα τους είχα αφήσει στην Αμερική.

Τσουπ, σημείωσε και το άλλο σημαδάκι.

Κι έπειτα έπιασε τις τριγωνομετρίες. Γέλαγαν τώρα και τα ... μουστάκια του και ας μην είχε μουστάκια!

- Αυτό είναι, φώναξε καταχαρούμενος. Και οι φτερουγίτσες του πήγαν και ήρθαν με κείνο τον τρόπο που οι άγγελοι και μόνο ξέρουν όταν θέλουν να χειροκροτήσουν!

- 4.700 μίλια μακριά η μια από την άλλη! Για σκέψου!!! Αχ, καλοτάξιδες να είναι!!!

Έπειτα ο μικρός άγγελος έβαλε μπρος να τελειώσει το πρωτοχρονιάτικο δώρο του. Κλικ κλακ δακτυλογράφησε το μήνυμα στη μάνα των δύο κοριτσιών, της μεγάλης και της μικρής καπετάνισσας. Να μάθει κι εκείνη που αρμενίζουν απόψε τα βλαστάρια της και να γελάσει λίγο το χειλάκι της.

Και γέλασε και ευχαριστήθηκε πολύ η φουκαριάρα η μάνα. Κι ένιωσε να πετάει με τις φτερούγες του αγγέλου από τη μια άκρια της Αφρικής ως την άλλη. Τόσο που νόμιζε πως είδε μπρος τα κορίτσια. Και ποιος ξέρει, τέτοιο βράδυ όλα είναι πιθανά, ίσως να την είδαν κι εκείνα!

Έπειτα γύρισε στο μικρό άγγελο. Και του έστειλε χιλιάδες φιλιά. Και ευχές αμέτρητες. Να καλοταξιδεύει εκείνος για να καλοταξιδεύουν και όλοι οι ναυτικοί του κόσμου!

Κι άλλα ματάκια να μην κλάψουν πια. Άλλες μανούλες ναυτικών να μη φορέσουν μαύρα. Και ελληνίδες και φιλιππινέζες, και ως τα πέρατα της γης.

Τα Χριστούγεννα των ναυτικών





Το καράβι. Το AEGEAN WIND. Ετών 26. Μαύρο... Και σκουριασμένο... Φαγωμένο από την αρμύρα. Τόσα χρόνια μέσα στο νερό. Τι περιμένεις;

Δεν έφταιξε όμως αυτό. Το καράβι γλίτωσε. Ρυμουλκείται τώρα για Κουρασάο. Ολλανδικές Αντίλες.

Θα μπουν μέσα οι νηογνώμονες, οι αξιωματικοί του λιμενικού, οι αρχιμηχανικοί της εταιρείας.

Θα μπουν συνεργεία και θα αρχίσουν να το σουλουπώνουν από τη φωτιά. Θα του ξαναφτιάξουν τα μαυρισμένα σπλάχνα του ακομοδέσιου. Τους νεκρούς μόνο δε θα μπορέσει κανείς να ξαναφτιάξει.

Ο καπετάνιος και το πλήρωμα θα τρέχουν και δε θα φτάνουν με τόσους μέσα στα πόδια τους. Και να ανακρίσεις και καταθέσεις και χαρτιά και αναφορές. Άνθρωποι χάθηκαν. Εννέα άνθρωποι.

Θα ακολουθήσει δικαστήριο. Εννιά ζωές ήταν αυτές. Δεν καθαρίζεις μόνο με ανάκριση.

Θα καθίσουν στο σκαμνί. Ο καπετάνιος πρώτος. Πάντα ο καπετάνιος έχει την πρώτη ευθύνη.

Και μετά και οι υπόλοιποι. Όσους προβλέπει ο νόμος δηλαδή...

Ξεκινώντας από τον αξιωματικό φυλακής. Που συνήθως και καταλήγει στη φυλακή κάθε φορά που θα συμβεί ατύχημα... Τυχαία νομίζεις τον αποκαλούν αξιωματικό φυλακής;

Οι ασφαλιστικές και η εταιρεία στο μεταξύ θα δίνουν άλλο αγώνα. Ποιος θα πληρώσει τα καμένα. Και ποιος θα αποζημιώσει τους νεκρούς. Αποζημιώνεται ένας νεκρός;

Οι μανάδες θα φορέσουν μαύρα. Εννέα νεκροί. Εννέα μανάδες. Και δε θα τα ξαναβγάλουν. Οι μανάδες άπαξ δια παντός τα φοράνε τα μαύρα. Και μετά τα ντύνονται δεύτερο δέρμα.

Θα μαυροντυθούν και οι σύζυγοι. Λιγότερες από 9. Ήταν και παιδιά ανάμεσα στους νεκρούς. Δεν πρόλαβαν να αφήσουν πίσω τους χήρες. Ίσως κανένα κορίτσι. Κανείς δε θα μάθει για τα κορίτσια αυτά. Ποιος νοιάζεται για ένα ερωτευμένο κορίτσι τέτοιες ώρες;

Θα μείνουν πίσω και τα ορφανά. Θα κλάψουν, θα ξανακλάψουν, θα το πάρουν απόφαση. Δε θα ξαναδούν τον πατέρα. Μονάχα τη μάνα τους, μαύρη σκιά, θα βλέπουν από δω και στο εξής.

Θα έρθουν μετά τα τηλεγραφήματα. Με τη βαθιά οδύνη και άλλα δακρύβρεκτα.

Θα έρθει και το φέρετρο. Σφραγισμένο. Τόσες μέρες νεκρός... τι να ανοίξεις και τι να δεις; Σφραγισμένο θα το κατεβάσουν και στο μνήμα.

Θα έρθουν οι συγγενείς. Θα κλάψουν και θα συλλυπηθούν. Με βαθιά οδύνη.

Οι μόνοι που δε θα ξανάρθουν είναι οι εννέα που χάθηκαν. Τρεις λευκοί. Έξι της κίτρινης φυλής. Όταν ζούσαν... Τώρα είναι όλοι ίδιοι. Ντυμένοι στο χρώμα του θανάτου.

Πώς είναι ένας νεκρός από φωτιά;

Και πώς είναι να πεθαίνεις από φωτιά;

Λένε πως πέθαναν από ασφυξία. Δεν κάηκαν. Πνίγηκαν στους καπνούς. Δεν τόλμησαν να τους διαβούν... Έμειναν εκεί και πέθαναν.

Ενοχλούν οι ερωτήσεις τα ευαίσθητα μάτια μας;

Δεν ενοχλούν οι σκηνές που θα παίζουν και θα ξαναπαίζουν στα μάτια των μανάδων; των πατεράδων; των συζύγων; των παιδιών; των αδερφών; των άγνωστων ερωτευμένων κοριτσιών;

Και των φίλων. Όλοι οι άνθρωποι έχουν φίλους. Έχουν και οι ναυτικοί. Ποιος αποζημιώνει τους φίλους; Και τι θα μπορούσε να τους αποζημιώσει;

Εγώ, και ίσως κι εσύ, δε γνωρίζαμε κανέναν από τους ανθρώπους αυτούς. Τους νεκρούς. Τους συγγενείς τους. Τους φίλους τους.

Έχω όμως φίλους μου στα καράβια. Και φίλες. Έχω και είχα. Και ένα δυο συγγενείς.

Κάποτε είχα και το αγόρι μου. Ήμουν κι εγώ ένα από τα ερωτευμένα κορίτσια.

Κάποτε ήμουν και η ίδια στα καράβια. Και είχα μάνα να με περιμένει. Και πατέρα και αδερφό. Και φίλους.

Δεν ξέρω πόσο βαθιά είναι η οδύνη των άλλων. Των πιο έξω. Ξέρω μονάχα πως όταν χάνεται ένας ναυτικός, τσακίζει η καρδιά όλων των άλλων ναυτικών. Και ένα κομμάτι της πεθαίνει μαζί με εκείνον που έφυγε για πάντα. Κι ας μην τον γνώριζαν. Ας μην είχαν δει ποτέ το πρόσωπό του.

Πόσοι οι πεθαμένοι ναυτικοί; Πόσα τα πεθαμένα κομμάτια της καρδιάς μας;

Και είναι και όλα εκείνα τα πεθαμένα κομμάτια της καρδιάς των μανάδων. Κι ας μην έχασαν το δικό τους παιδί. Κάθε φορά που χάνεται ένας ναυτικός, κλαίνε όλες οι μανούλες που έχουν παιδιά στα καράβια.

Και οι πατεράδες, και οι σύζυγοι, και τα παιδιά, και τα αδέρφια. Και τα άγνωστα ερωτευμένα κορίτσια. Και οι φίλοι. Όλοι καρδιοχτυπούν. Και όλοι ακούνε να χτυπά και η δική τους πόρτα. Ποιος έχει αύριο σειρά; Να ετοιμάζεται...

Λένε για τους ναυτικούς πως δε φοβούνται το θάνατο. Πώς να τον φοβηθούν; Έχουν μάθει να ζούνε μαζί του. Ξέμαθαν να ζουν με τους δικούς τους και ζούνε αγκαλιασμένοι με το χάρο.

Σταματάει ποτέ ο άνθρωπος να φοβάται το χάρο;

Μηδένα προ του τέλους, φώναξε εκείνος ο αρχαίος βασιλιάς. Και ήταν κι αυτός μέσα στις φλόγες.

Ποιος ξέρει, ποιος μπορεί να ξέρει, την αγωνία του θανάτου μέσα στις φλόγες; Ποιος μπορεί να ξέρει την αγωνία που έζησαν αυτοί οι εννιά άνθρωποι που τώρα ταξιδεύουν στα φέρετρα;

Επαναπατρίζονται οι σοροί... Οι σκέψεις τους; Τα όνειρά τους; Η ζωή τους;

Βράδυ Χριστουγέννων ήταν. Η ώρα που σε όλη τη γη οι άνθρωποι γιορτάζουν. Που μαζεύεται η οικογένεια γύρω από το τραπέζι και τσουγκρίζουν τα ποτήρια.

Αυτοί απουσίαζαν. Δεν είδαν τα ποτήρια. Δεν άκουσαν τις ευχές. Στη βάρδια, στο καπνιστήριο, στην καμπίνα, έξω στην πρύμη, εκεί έκαναν Χριστούγεννα.

Πώς κάνουν οι ναυτικοί Χριστούγεννα; Πρόλαβα δυο φορές να τα γιορτάσω τέτοια Χριστούγεννα. Δε χρειάζεται να έρθει η φωτιά. Δε χρειάζεται να έρθει ο Χάρος. Τους κουβαλάει η καρδιά σου.

Καίγεσαι και πεθαίνεις τέτοιες μέρες. Και πιο πολύ τις νύχτες. Όταν μείνεις μόνος. Ποιος ναυτικός έπεσε χαρούμενος να κοιμηθεί τη νύχτα των Χριστουγέννων;

Και είναι ο ύπνος λήθαργος βαρύς. Δίχως όνειρα. Ποτισμένος σε δάκρυα και αλκοόλ. Ποιος ναυτικός δεν πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω τέτοιες νύχτες;

Κάποιος ίσως να ήπιε και παραπάνω από το παραπάνω. Κι άφησε το τσιγάρο αναμμένο. Να καίει όπως έκαιγαν τα ματόκλαδα και η καρδιά του.

Κι έκαψε το τσιγάρο την κάφτρα. Έκαψε το τραπέζι. Άρχισαν οι φλόγες να χορεύουν. Και οι καπνοί άρχισαν να τρέχουν στους αλουέδες. Τρύπωσαν στις καμπίνες. Ανέβηκαν στις κουκέτες. Τύλιξαν το παλικάρι. Και το πήραν για πάντα μαζί τους...

Έμεινε πίσω η Βραζιλία. Είναι ο παράδεισος των ναυτικών η Βραζιλία. Με τις σάμπες και με τις ρούμπες και τα καυτά κορίτσια. Όλοι οι ναυτικοί ονειρεύονται να πάνε Βραζιλία. Εγώ δεν πρόλαβα. Έτσι κι αλλιώς εγώ ήμουν γυναίκα...

Την ξέρω όμως τη Βραζιλία. Των ναυτικών τη Βραζιλία. Τι νομίζεις κάναμε στις ατέλειωτες ώρες της βάρδιας; Πετάγαμε για Σάο Πάολο και Ρίο ντε Τζανέιρο. Στο Ponta Do Ubu όχι. Τώρα το άκουσα πρώτη φορά. Τώρα το αναζήτησα και στο χάρτη. Τριακόσια τόσα χιλιόμετρα βορειότερα του Ρίο.

Σαν να λέμε Αθήνα - Πάτρα και ακόμη μακρύτερα. Τι σημασία έχει; Βραζιλία είναι και το Ponta Do Ubu. Γεμάτο μουσική, χορό, ποτό και κορίτσια. Προπαντός κορίτσια.

Τα άλλα κορίτσια, στην πατρίδα, δεν τα ξεχνάει ο ναυτικός. Όσα κορίτσια και να γνωρίσει στα λιμάνια. Η σάρκα μόνο κατεβαίνει στο λιμάνι. Η καρδιά βρίσκεται μίλια μακριά. Σε μια κουκίδα του χάρτη που γράφει πατρίδα.

Έτσι μαθαίνει να ζει ο ναυτικός. Αλλού η καρδιά, αλλού η σάρκα. Τώρα θα γυρίσει πίσω η σάρκα. Η καρδιά;

Ύπουλα ανέβηκε ο καπνός στην κουκέτα. Τύλιξε την κοιμισμένη σάρκα. Τρύπωσε στα ρουθούνια. Έφτασε στα πνευμόνια. Γιατί δεν ξύπνησε; Γιατί δεν έτρεξε να σωθεί; Να βρέξει μια πετσέτα, να ορμήσει έξω. Να γλιτώσει...

Κανείς δε θα μάθει. Κι ας τρέχουν πάνω κάτω οι εμπειρογνώμονες. Κι ας παίρνουν καταθέσεις οι ειδικοί. Κανείς δεν μπορεί να μάθει τι σημαίνει η νύχτα των Χριστουγέννων στο καράβι. Μόνο όποιος το έζησε.

Και ξύπνησε την άλλη μέρα και δεν ήξερε πού ταξίδευε όλη νύχτα. Χρόνος νεκρός. Αφήνεις στην κουκέτα τη σάρκα. Αφήνεις και την καρδιά. Δεν αντέχεις μια τέτοια νύχτα να ακολουθήσεις την καρδιά σου. Και χάνεσαι. Σε άλλη διάσταση. Έξω από χώρο και έξω από χρόνο.

Μένουν μόνα τους μια τέτοια νύχτα τα κορίτσια στο λιμάνι. Απόψε ο ναυτικός δε θα θυμηθεί τις τρυφερές τους καμπύλες. Δε θα τσαλακώσει τα σεντόνια του ψάχνοντας τη μυρουδιά τους. Είναι Χριστούγεννα...

Μένουν μόνα τους και τα άλλα κορίτσια. Στην πατρίδα. Μια ζωή μόνα τους. Απόψε περισσότερο. Δεν αντέχει ο ναυτικός απόψε να θυμηθεί τη μοναξιά τους. Είναι Χριστούγεννα...

Τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή της αγάπης. Οι άνθρωποι τα γιορτάζουν αγκαλιά με τους αγαπημένους τους. Όχι οι ναυτικοί. Όχι κι εκείνοι που αγαπούν ναυτικούς.

Ένα μικρό αστέρι λάμπει στον ουρανό. Δεν έχει πια μάγους να το ακολουθήσουν. Έχει τους ναυτικούς που τρέχουν να το συναντήσουν.

Αφήνουν τη σάρκα τους στο βαθύ της λήθαργο. Αφήνουν και τη καρδιά τους. Δεν αντέχουν απόψε την καρδιά τους. Και γίνονται αστέρια.

Πόσα αστέρια έχει ο ουρανός; Πόσοι είναι οι ναυτικοί που δε γύρισαν ποτέ;

Πρωτόμπαρκη


Η ιστορία μου είναι μια θαλασσινή ιστορία από αυτές που έχουν να πουν όλοι οι πρωτόμπαρκοι.

Για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε την πρώτη στιγμή , που φεύγουμε από το σπίτι μας και βρίσκομαστε σε ξένο τόπο.
Αυτός ο τόπος μπορεί να είναι κάπου στην Ευρώπη στην Αμέρική ή στην Ασία , μπορεί να είναι και η ίδια η πατρίδα μας.
Πρέπει να ήταν αρχές Αυγούστου πριν από 20 ολόκληρα χρόνια, μετά από πολύ περπάτημα στο λιμάνι του Πειραιά, χτύπωντας πόρτες και παράθυρα , παρακαλώντας όποιον γνωστό τύχαινε να έχει μια ιδέα από θάλασσα, κατάφερα να μπαρκάρω σε πλοίο της ακτοπλοοϊας.

Στο γραφείο, μου είπαν ότι θα πάω, επίκουρος.

"Επίκουρος" σκέφτηκα, τι να σημαίνει άραγε αυτό; , καλύτερα, να μην ρωτήσω όμως , μην τυχών και με κοροϊδέψουν.
Τότε στον κύκλο μας ήταν προσβολή μεγάλη να πεις ότι δεν γνώριζες την σημασία μιας ναυτικής λέξης. Από την σχολή ακόμα , όπως λές κι εσύ Δανάη , υπήρχε κάτι σαν μυστικός όρκος να μην κλαψουμε, αλλά και να μην δίξουμε ότι κάτι δεν το γνωρίζουμε και έρθουν οι άντρες και πατήσουν πάνω σε αυτό για να μας προσβάλλουν.

Σαν γύρισα στο σπίτι και ενημέρωσα ότι το απόγευμα μπαρκάρω επίκουρος , αυτοί , οι στεριανοί που δεν είχαν ενδιασμούς στο να δείξουν ότι κάτι τους είναι εντελώς καινούριο, με ρώτησαν "Τι σημαίνει επίκουρος"?
-Μάλλον θα βοηθάω τον ανθυποπλοίαρχο με τους χάρτες, απάντησα.
Μυαλό που το είχα κι εγώ !!!!!

Το λέω και σε μιά κοπελιά , από τη σχολή μας που είχε καταφέρει να ναυτολογηθεί στην θέση του δοκίμου λογιστή, στο ίδιο πλοίο. Βρέ Ελενίτσα, εσύ που είσαι ήδη εκεί μέσα για πες μου τί είναι ο επίκουρος?

Κι εκείνη όμως δεν εγνώριζε. Επτασφράγιστο μυστικό η ειδικότητα.
Αργότερα βέβαια έμαθα ότι και σε άλλους συναδέλφους που πρωτομπαρκάρισαν στην ακτοπλοϊα η πρώτη φορά ήταν ανάλογη.
Ανοίγω και την εφημερίδα και βλέπω το δρομολόγιο.

Έγραφε 22:00 δια Πάρο Ναξο.

Ε! εντάξει δεν είναι πολύ, σκέφτηκα έγω ,το πολύ αύριο το απόγευμα θα είμαι πίσω, να πάρω τα απαραίτητα.

Πήρα κι εγώ το πορτοφολάκι μου ,με ένα κατοστάρικο και το φυλλάδιό μου, έβαλα ένα θαλασσί παντελόνι και ένα άσπρο πουκάμισο , σκέφτηκα ,το θαλασσί είναι σχεδόν άσπρο δεν θα τους ενοχλήσει που δεν φορώ στολή δοκίμου!!!. Εδώ ,σήμερα γελάω πικρά.
Μακριά νυχτωμένη που ήμουν.

Με είχαν ενημερώσει ότι θα έπρεπε να είμαι από τις 18:00 στο βαπόρι. Πήγα λοιπόν και βρήκα το λοστρόμο , ο άνθρωπος με καλοδέχτηκε και μου είπε : "τώρα κάτσε λίγο εδώ μέχρι να φύγουμε και μετά θα ρωτήσω τον ύπαρχο αν θα δουλεύεις με εμένα ή τον υπολοστρόμο".


Δεν πέρασε λίγη ώρα και έρχονται με πέρνουν και με βάζουν δίπλα σε μιά σκάλα να λέω στους ξένους "Δις γουέι πλίιζ".
Πέρασαν οι ώρες άδειες , με έμενα να επαναλαμβάνω αυτή την ξερή φράση και να αναρωτίεμαι ,"καλά αυτά θα κάνω΄"? Ακόμα όμως δεν είχα δει τίποτα.

Με το που πήγε δέκα η ώρα άκουσα την ανακοίνωση της αναχώρησης και φούσκωσα από περιφάνεια για το πρώτο μου μπαρκο.
Γκουπ ακούστηκε ο καταπέλτης που έκλεινε, και ένιωθα τις προπέλες να γυρίζουν. Για αρκετές ώρες αργότερα θα δούλευε μόνο η ακοή μου. Τον καταπέλτη τον άκουσα , δεν τον είδα , τις ανακοινώσεις , επίσεις, την προπέλα την ένιωθα, μα δεν είδα τον αφρό που κάνει καθως γυρνάει και δίνει ώθηση στο πλοίο. Εγώ είχα πιά μπεί σε έναν άλλο κόσμο, στο βαπόρι μεν , όχι όμως εκεί που λαχταρούσα.

Άντε ,καλό ταξείδι και καλή αρχή είπα μέσα μου.
Άντε, να πάω στην γέφυρα να δω κι εγώ κάτι.
Πού να τό ήξερα ότι την γέφυρα δεν θα την έβλεπα ,παρά μόνο μετά από δυό μέρες , μεταξύ έξι με εξίμιση το απόγευμα, όταν θα είχα ένα μικρό κενό από την λάντζα.

Γιατί τελικά ο επίκουρος που εγώ είχα τοπόθετήσει δίπλα στον ανθυποπλοίαρχο δεν είχε καμιά σχέση με την πραγματικότητα, την γέφυρα δεν την είδε ούτε σε ζωγραφιά.
Ήταν το παιδί για όλες τις δουλειές, που πήγαινε κόσμο στις καμπίνες ,που μάζευε τα σκουπίδια, τα σεντόνια, καθάριζε τουαλέτες , σφούγγάριζε, έπλενε πιάτα ,σκούπιζε μαχαιριπίρουνα, γύριζε στους διαδρόμους του καραβιού με μια μαύρη σακούλα αδείαζοντας τασάκια και καλαθάκια.
Αχ! σκέφτηκα αυτό είναι ο επίκουρος ή το βλέπω σε όνειρο?

Στην σχολή αλλιώς μας τα είπανε . Μας δίνανε εξάντες και κατεβάζαμε τις φωτιές από τα φουγάρα στον Ασπρόπυργο, λύναμε ευθείες , σφαιρικά τρίγωνα και αποστάσεις ασφαλείας, κι εγώ είμαι εδώ , χωρίς να έχω δεί ούτε την κουβέρτα.
Τι εφιάλτης κι αυτός!!!
-επίκουρε ,σακούλα και στην πρύμη, Πρύμη:;; τουλάχιστο θα δώ τον νυχτερινό ουρανό!!!
Αμ! δε! Άλλη μοίρα είχε πλέξει για μένα το μέλλον μου. Μέσα σε εκατοντάδες τουριστών ξαπλωμένων στο κατάστρωμα , εγώ έπρεπε να περνώ από πάνω τους για να φτάσω στο"γραφείο".

Να με τιμωρίσουν θέλουν τούτοι δω; Τι βρώμα , τι σκουπίδι, σίχάθηκα τον εαυτό μου δεν ήθελα να μπω, κι αυτοί να με πιέζουν , άντε μπες αυτή είναι η δουλειά σου,
Συγνώμη !!!!!!! Εγώ είμαι Δόκιμος Πλοίαρχος!!!!


Δε, μπα να ΄σαι , τα παράπονά σου στον καπετάνιο
, εγώ καμαρωτάκι ζήτησα και μου στείλανε εσένα. Ε! ρε τι πάθαμε με αυτά τα ψώνια από τις σχολές , αφού τους είπα , δεν ξαναθέλω δόκιμους εδώ , έλεγε και ξαναέλεγε ο αρχικαμαρώτος.
Που είχε και το δίκιο του ο άνθρωπος. Αυτός καμαρωτάκι ζήτησε κι αυτοί του στείλανε !!Επίκουρο!!! που νόμιζε ότι ήταν καπετάνιος.


Μου ρχότανε να κλάψω, Α! ρε μάνα τό'πες κι έγινε! άμα δεν διαβάζεις μου΄λεγε θα σε στείλω μούτσο στα βαπόρια.
Μούτσος , καμαρωτάκι επίκουρος...μόνο βοηθός ανθυποπλοιάρχου δεν ήμουνα.


Μέσα σε αυτή την μεταφυσική συνομιλία με την μάνα μου , νιώθω ένα χέρι να με ακουμπάει στην πλάτη , Καλήσπέρα κι εγώ από την σχολή είμαι.
Γυρνάω και βέπω τον Δημήτρη Γ. Τί να πω εκείνη την στιγμή μου φάνηκε ότι είδα το πιό αγαπημένο μου άτομο.
Δεν γνωριζόμασταν , εκείνος ήταν τριτοετής κι εγώ στο πρώτο έτος , τον έβλεπα στα διαλλείματα μαζί με όλους τους άλλους και λέγαμε ένα γειά.

Μου λέει : - Ξέρω πως αισθάνεσαι! -
πού΄σαι Πέππα!!! Γελασα γιατί το είχα πεί ενθυμούμενη τον καθηγητή των μαθηματικών με τα σφαιρικά του τρίγωνα.
Να'σαι καλά ρε Μητσάρα, όπου κι αν είσαι, εκείνη την βραδιά ήσουνα σαν να έβλεπα τον αδερφό μου .
Το παλικάρι, μου εξήγησε ότι , εδώ στην ακτοπλοία δεν έχει δοκιμιλίκια και τέτοιες τιμές, εδώ σκούπα και μάπα

Α! ρε Χάρι Πόττερ πόσο άργησες να κάνεις μάθημα σκουπόξυλο!! ! να έβλεπες πως θα έδινα μιά και θα πέταγα ψηλά.


Πέταξα όμως ψηλά το επόμενο βράδυ , όταν δειλά - δειλά μπήκα στο ιερό, καλεσμένη από τον ύπαρχο που βγήκε στην βαρδιόλα και μου λέει
-Δόκιμε , τι κάνεις εκεί; έλα μέσα , δεν θες να μάθεις; Μου είπε ο Δημήτρης ότι είσαι της σχολής , αλήθεια είναι;

- Ναι , καπετάνιο αλήθεια , αλλά να ξέρεις, πω να μπω , τα ρούχα μου είναι κατάμαυρα από τις δουλειές, δεν έχω φέρει καθαρά ξέρετε.

Έλα να σου πω , ξέρω ότι δεν είναι αυτό που ονειρεύτηκες για πρώτο ταξείδι, αλλά κάνε άμα θες λίγη υπομονή και θα φτιάξουν τα πράγματα, όποτε θες ανέβα πάνω και ρώτα.

- Τι θέλει έδω ο επίκουρος βροντοφώναξε ο καπετάνιος ,
- Είναι δόκιμος κύριε,-
(Άντε πάλι)...άκου να δεις , καμαρωτάκια στην γέφυρα δεν θέλω και το φυλλάδιό σου λέει καμαρωτάκι.
Τέτοια κλώτσια δεν είχα ξαναφάει ποτέ!

-Επίκουρε, άντε να ξεκουραστείς γιατί σε μια ώρα φτάνουμε Πάρο και έχει δουλειά.

-Τι είναι κι αυτό πάλι.
Ούτε για την ανάγκη μου δεν είχα πάει τόσες ώρες! Στην καμπίνα που ήταν και κάτω από την ίσαλο γραμμή υπήρχαν τέσσερις κουκέτες και δυό ντουλαπάκια, στο πάτωμα μια ανθρωποθυρίδα, η οποία οδηγούσε στο τάνγκι του φρέσκου νερού , όπως μου εξήγησε η καμαρωτίνα που μοιραζόμαστε την καμπίνα.

-Δηλαδή θα κοιμάμαι πάνω από τα τάνγκια. Α!ρε Πέππα και νάξερες!

Που είναι η τουαλέτα?

Μην σας πω ότι έπρεπε να μοιράζομαι την ίδια τουαλέτα με τους υπόλοιπους άντρες του πληρώματος, γιατί η δεσποινίδα , αυτή δεν ήθελε να μοιραστούμε την ίδια .

Ευτυχώς σε αυτό το σημείο οι άντρες ξηγήθηκαν σπαθί, εξήγησαν στην κοπέλα ότι θα πρέπει να μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο, ως γυναίκες κι ας ήταν εκείνη η παλιότερη.

Κακά τα ψέματα στα βαπόρια υπάρχει αυτή η στρατοκρατία . " Ο παλιός και η ψαρούκλα ".

Για να μην τα πολυλογώ και κουράζω το άλλο πρωί έζησα την πιό όμορφη και πιο άσχημη εμπειρία της ζωής μου.


Πρωί πρωί με την δροσούλα που λέει και ο Τσιτσάνης εγώ επ΄ώμου πλήρη εξάρτηση, σκούπες και μάπες να καθαρίζω , όταν ακούω από τα μεγάφωνα ότι πιάνουμε Σαντορίνη!!

Δεν είχα δεί ποτέ μου την Σαντορίνη και κανένα άλλο νησί και ήθελα να την δώ , παρατάω την δουλειά και πάω να δώ .

Μου εξήγησαν οι υπόλοιποι ότι δεν αφήνουμε έτσι την δουλειά και άλλα πολλά με έκαναν να νιώσω ένοχη, που ήθελα να δω.

Λες και ο ναυτικός ήταν καταδικασμένος να βλέπει μπουλμέδες και μάπες.

Τέλος πάντων μου λένε από δω βγαίνεις . Η πρώτη φορά που έβγαινα στο κατάστρωμα. Σηκώνω τα μάτια μου και βλέπω ένα τεράστιο μαυριδερό βουνό γιομάτο μαύρα πετραδακια...Με πιασε ένα δέος και ρωτώ Τι είναι αυτό ? και μου λένε το ηφαίστιο!
Ω Θεέ μου τι όμορφιά δεν έχω ξανα δει τέτοιο πράμα , σκεφτόμουνα και με μιας το κατάστρωμα γέμισε τουρίστες με τα σορτσάκια τους , τα σανδαλάκια τους και τις φωτογραφικές τους μηχανές και να να ποζάρουν ανεβασμένοι στην κουπαστή με φόντο το ηφαίστιο, κι εγώ έλεγα Χαλάλι το χθεσινό χουνέρι για τέτοια ομορφιά!

Μόνο που σύντομα με φώναξαν να πάω μέσα να συνεχίσω την δουλειά μου.
Αυτά προς το παρόν
Υ/Γ θα πρέπει με την ευκαιρία να θυμηθώ τον Καπταν Νίκο τον ανθυπλοίαρχο , από λοστρομος ξεκίνησε και δεν είχε φτάσει πάνω από του τρίτου , αλλά ήταν ανθρώπος καλός και ναυτικός ακόμα πιο καλός .
Και Βέβαια τον λοστρόμο τον Κυρ Χρήστο, αλλά αυτός ήταν σε άλλο βαπόρι , άλλη φορά , τον Πανορμήτη, το ναύτη , τον πρωτο άνθρωπο που δέχτηκε να δουλέψει μαζί μου στη κουβέρτα, κι έτσι μετά από πολλά καλοκαιρινά μπάρκα , πολύ περπάτημα και πολύσφίξιμο στα δόντια, δούλεψα έστω και ναυτόπαις ,....μούτσος δηλαδή, στην κουβέρτα, και τον Γρηγόρη τη βάρδια μου , όταν πια άρχισα να κάνω βάρδιες , τελειόφοιτη της σχολής .

Η τούρτα που ήθελε γίνει τούβλο!

Αρχές του Σεπτέμβρη ήτανε, μόλις έιχαμε φτάσει σε ενα αγκυροβόλιο της Βενεζουέλας.



Πλησιάζαν τα γεννέθλια του Φάνη. (Έτσι φώναζε την Φανούλα ο πρώτος, μάθαμε κι εμείς να την φωνάζουμε Φάνη.)

Πλησιάζαν τα γεννέθλιά της. Και επειδή δεν είχαμε ειδοποιήσει τον μάγειρα δεν είχε ετοιμάσει τούρτα. Συνήθως όταν κάποιος είχε γεννέθλια ή γιορτή, ο κατετάνιος οργάνωνε γιορτή. Είχε έγνοιες όμως εκείνες τις μέρες και το ξέχασε.

Έτσι στον καφέ των 3 που είδε τον Φάνη ρώτησε αν είπε στον μάγειρα να φτιάξει τούρτα για το βράδυ. Φυσικά ο Φάνης δεν θα το έλεγε ποτέ από μόνος του. Τον έστειλε λοιπόν να πει στον μάγειρα αν προλαβαίνει να φτιάξει μια τούρτα για το βράδυ.

Πήγαμε μαζί στον Φιλλιπινέζο μάγειρα και του είπαμε αυτά που μας είχε πει ο καπετάνιος. Αν δηλαδή, προλαβαίνει να φτιάξει μια τούρτα για τον Φάνη. Ο άνθρωπος μας εξήγησε ότι την ώρα που του το είπαμε δεν προλάβαινε...

...Και τώρα; Δεν γίνεται έτσι. Κάτι πρέπει να κάνουμε! Δεν γίνονται γενέθλια χωρίς τούρτα... , της είπα σαν άλλος τσελεμεντές (τρομάρα μου)!

Κάτι έπρεπε να σκεφτώ. Δεν νοείται κανένας να μην γιορτάζει (τουλάχιστο τέτοιες μέρες) τα γεννέθλια του! Μα να μην γιορτάσει το δώρο της ζωής; Δεν μου πήγαινε καλά.

Ευτυχώς η θεά τυχη ήταν με το μέρος μου! Το κινητό μου είχε σήμα, και στην Ελλάδα ήταν βραδάκι! Άρα η μανούλα μου ήταν ξύπνια! Δίχως να χάσω στιγμή πληκτρολόγησα το τηλέφωνο του σπιτιού μου! Βλέπετε, η μανούλα είναι μαγείρισσα και στο επάγγελμα.

-Γειά σου μαμά! Τι κάνεις; .... Ναι, όλα καλά εδώ! Μαμά, σήμερα έχει γενέθλια ο Φάνης και θέλω να μου πεις πώς να φτιάξουμε μια τούρτα! ... Ναι, στείλε μου σε μήνυμα καλύτερα τα υλκά γιατί θα τα ξεχάσω. ... Και την εκτέλεση μανούλα να μου στείλεις!

Και όμως αν και έχει φτάσει την πέμπτη δεκαετία της ζωής της και μήνυμα τα υλικά μου έστειλε και την εκτέλεση μου έστειλε! (Μπράβο βρε μανούλα μου, αστέρι είσαι!)

Κατευθείαν ξεκίνησα την μετάφραση για να πω στον μάγειρα τι υλικά χρεαζόμαστε για την τούρτα!

-Λοιπόν, στις έξι τα λέμε στην κουζίνα! Να έχει τελειώσει και το σερβίρισμα ο μάγειρας... , της είπα.

Και όντως, στις έξι και οι δυο ντυμένες σκλυροπυρηνικά βρσκόμασταν στην κουζινα! Και αλίμονό μας, άλλα και ο δύο άσχετες...

Ο αγώνας μας στα δύσβατα μονοπάτια της ζαχαροπλαστικής είχε μόλις ξεκινήσει! Πρώτα να φτιάξουμε το παντεσπάνι (κάπως έτσι το έλεγε η μαμά). Το μίξερ να χτυπάει με μανία το μείγμα μας και κομματάκια ζύμης να εκτοξεύονται από εδώ κι εκεί!

Μας είχε αφήσει και κάτι ταψιά στρογγυλά για το παντεσπάνι. Μετά από το ζωντανό και γεμάτο ενθουσιασμό και πρωτοβουλίες μίξερ ρίξαμε την ζύμη (ο Θεός να την κάνει ζύμη...) στα ταψιά και στον φούρνο. Όσο ήταν στο φούρνο τα ταψιά φτιάξαμε την κρέμα, και καθήσαμε να περιμένουμε τα ζυμάρια μας...

Πέρασε η ώρα και πήραν χρώμα! Όχι όμως και όγκο... Τα βγάλαμε από τα ταψιά και βάλαμε το πρώτο παντεσπάνι στον δίσκο, πετάξαμε από πάνω και την κρέμα... Έλα όμως που το παντεσπάνι έκαιγε και η κρέμα ήταν φτιαγμένη από κρύο γάλα και παγάκια... Από παντού έτρεχαν ζουμιά...

-Γρήγορα, να το βάλουμε στην κατάψυξη. ,είπα! (ώρες ώρες απορώ και εγώ που τα βρίσκω και τα πετάω έτσι αβίαστα)

Και το βάλαμε όλο εκείνο το πράγμα στην κατάψυξη. Περιμέναμε ένα τέταρτο και αποφασίσαμε να το βγάλουμε πια. (σιγά να μην είχε παγώσει μέσα σε δεκαπέντε λεπτά...)

-Τι κάνουμε τώρα Φάνη; Δεν έχει αφήσει άλλο αλεύρι να φτιάξουμε άλλο παντεσπάνι...
-Μήπως να καθαρίζαμε αυτό το παντεσπάνι τότε;

Χωρίς να έχουμε και άλλη επιλογή (είχαμε τάξει τούρτα, και ήταν και θέμα εγωισμού. Σιγά μην φτιάξετε εσείς τούρτα. Όχι, λάθος τα ξέρεις, εμείς θα φτιάξουμε τούρτα), με ένα μεγάλο μαχαίρι αρχίσαμε να βγάζουμε την λιωμένη κρέμα από το ταλαίπωρο παντεσπάνι (αλήθεια, εσύ γιατί το πετυχαίνεις πάντα μανούλα;)

-Ευτυχώς που έχουμε σκόνη για άλλη κρέμα, και γάλα! Ωχ, για δες αν έχει παγάκια με όλους αυτούς τους καφέδες σήμερα... ,είπα στον Φάνη.
-Έχει καλέ! Αφού τα είδα πρίν, δεν στο είπα για; , απάντησε ο Φάνης.
-Φέρε να δούμε τι θα κάνουμε. Έχουμε να ακούσουμε... Θα μας κράξουν κανονικά. "Μμμ, γυναίκες σου λέει μετά, ούτε μια τούρτα δεν μπορούν να φτιάξουν...". Έλα να φτιάξεις εσύ αν μπορείς...

Η αλήθεια είναι ότι μας είχε πάρει λίγο από κάτω όσο σκεφτόμαστε τι έχουν να μας σούρουν... Ήρθε η φαεινή!

-Ρε Φάνη, έλα λίγο!
Πλαφ... Της ήρθε μες την μούρη η πρώτη δόση λιωμένης κρέμας.
-Ρε, δεν είναι και άσχημο στην γεύση αυτό το πράγμα!
Και Πλαφ... μου ήρθε και εμένα το μερίδιο μου στο αφτί!

Γίναμε από την κορφή μέχρι τα πόδια γεμάτες λιωμένη κρέμα. Και η κουζίνα... Άσπρη, και αυτή γεμάτη κρέμα!

-Άντε να τελειώνουμε, να κάνουμε και κανένα μπάνιο να γίνουμε άνθρωποι, να καθαρίσουμε και αυτό το χάος. , είπε τελικά ο Φάνης.

Έτσι, βάλαμε στα γρήγορα τις στρώσεις ψωμάκι-κρέμα-ψωμάκι.
-Να μην βάλουμε μόνο άσπρη κρέμα ρε Αλέκο! να βάλουμε σε ένα μπρίκι λίγη σοκολάτα, να τη ζεστάνουμε με γάλα και να το ρίξουμε στην υπόλοιπη κρέμα!
-Εντάξει, φέρνω μπρίκι και γάλα!

Το φτιάξαμε και αυτό. Πασπαλίσαμε και την τούρτα μας με την σοκολατένια πλέον κρέμα μας. Έτοιμη η τούρτα μας! Την κρύψαμε στο ψυγείο!

-Εσύ τα πίατα εγώ μάπα ή ανάποδα;,είπα στο Φάνη!
-Θα κάνω ό,τι είναι, θα κάνεις εσύ μάπα;

Σε ένα τέταρτο ήταν σαν να μην έπεσε ποτέ βόμβα εκεί μέσα!
-Πάμε για μπάνιο και 8:00 στο καπνιστήριο! ,είπε ο Φάνης!
-Οκ!

Στις 8:00 στο καπνιστήριο λοιπόν! Εξανθρωπισμένες πλέον! Πήραμε τηλέφωνο και τους υπόλοιπους να έρθουν κάτω!

Απαρτία στο καπνιστήριο! Τραγουδάμε όλοι μαζί σε μια φάλτσα συγχορδία το γνωστό σε όλους τραγουδάκι! Σηκώθηκε και ο Φάνης να κόψει την τούρτα...

Αμ δε... σαν τούβλο είχε γίνει το παντεσπάνι. Όπως προσπαθούσαμε να κόψουμε το "τέρας" με το μαχαίρι η κρέμα στο ενδιάμεσο δεν άντεχε άλλο την πίεση και άρχισε να ξεπετιέται (φαντασου το σωληνάριο και την οδοντόκρεμα... ακριβώς αυτό!)

Τα καταφέραμε τελικά και τους σερβίραμε όλους (δεν πήραμε το σιδεροπρίονο, αν και δε θα ήταν και άσχημη η ιδέα)!

Όλοι δοκιμάσαν, δεν αντέξαν όλοι όμως να φάνε το "θηρίο"!



Μόνος ένας έφτασε στην άλλη όχθη και έφαγε τον "δράκο"!



Αφερωμένο στον ακαταμάχητο ήρωα της βραδιάς εκείνης!

Να εύχεσαι να μην είναι μακρύς ο δρόμος σαν πας για το Αμέρικα!



Πέρασε ο καιρός και ήρθε η ώρα να φύγω ξανά, ανακοίνωσα λοιπόν στους γονείς μου ὀτι μίλησα με την εταιρία και μου είπαν που θα πάω!
-Θα είναι στην Καραϊβική το καράβι!! (ξεστόμησα πετώντας στα σύννεφα!)
Η χαρά του μπαμπά μου ήταν δίχως άλλο απρόσμενη:
-΄Ελα!!! Μπράβο!! Ααα, αυτά είναι Κούβα, Αβάνα, πούρα, τεκίλα, ρούμι!!
Με ένα χαμόγελο μέχρι τα αφτιά!!
Βέβαια και η αντίδραση της μαμάς ήταν άκρως ξεκαρδιστική:
-Αα...
Τα έβαψε μαύρα η γυναίκα. Λογικό μετά άπό 7 μήνες θα γυρνούσα πίσω... Μπάρκο στην Λατίνα ήταν αυτό, δεν ήταν παίξε γέλασε. Τόσα ακούγονται κάθε μέρα στις τηλεοράσεις. Δολοφονίες, βιασμοί, εξαφανίσεις, ναρκωτικά...
-Το ξέρω ότι εσύ προσέχεις και είσαι σοβαρό παιδί... Τους άλλους δεν εμπιστεύομαι.
(Τα εξ απαλών ονύχων λόγια της μανούλας μου)

Με τα πολλά το πήρε απόφαση. Κατέληξα με δυο βαλίτσες έτοιμες να εκτοξεύσουν τα σωθικά τους.
-Να πάρεις και το πιστολάκι για μαλλιά παιδί μου... Μην κρυώσεις.
-Εντάξει μανούλα! (που να της πω όχι, απαρηγόρητη ήταν, αλλά δεν το έδειχνε-μη στεναχωρηθεί το παιδί)
Ξεκινήσαμε λοιπόν όλοι μαζί για το αεροδρόμιο από τις έξι το πρωί. Η μαμά, ο μπαμπάς και φυσικά εγώ που ήμουν η άμμεσα ενδιαφερόμενη (μόνο ο σκύλος μας ξέφυγε-ζαλίζεται στο αμάξι μην πάει αλλού ο νούς σας).

Έφτασε η κρίσιμη ώρα να περάσουμε την πύλη (τρία δοκίμια-εγώ, ο Βρασίδας και ο Θύμιος- και η γυναίκα του πρώτου-η κυρία Ελισάβετ). Αγκαλίές, φιλιά η μαμά με το ζόρι συγκράτησε τα δάκρυα, ο μπαμπάς με ένα χαμόγελο μου είπε πολύ περισσότερα απ'ότι με το στόμα. (είχε και τις διαβεβαιώσεις της κυρίας Ελισάβετ ότι θα είμαι υπό την προστασία της -έλεος μανούλα, σκέφτηκα αλλά δεν μίλησα)

Το ταξίδι αρχίζει!

Περνάμε τους πρώτους ελέγχους και φτάνουμε στην αίθουσα αναμονής. Τα καθίσματα σαν νοσοκομείου, το ένα δίπλα στο άλλο. Καθίσαμε, να έρθει το αεροπλάνο. Ούτε τσιγάρο ούτε ένα κυλικείο... Μια φωνή στα μεγάφωνα έσπασε την μονοτονία της αναμονής.
-Η πτήση για Φιλλαδέλφια θα έχει καθυστέριση.
Γιατί; Τρέχω κατευθείαν στον κισέ, η υπάλληλος της αεροπορικής εταιρίας με ενημέρωσε:
-Υπάρχει πρόβλημα με την πόρτα των αποσκευών, δεν ανοίγει και είναι γεμάτη με τις βαλίτσες της προηγούμενης πτήσης. Θα πρέπει να περιμένετε.
Ξαναγύρισα στο καρεκλάκι μου. Ενημέρωσα το γκρουπάκι μου.
-Ωχ... Επίτηδες το κάνουν, λένε ψέματα. Κάτι άλλο πρέπει να έχει γίνει, πιο σοβαρό αλλά δεν το λένε.
Ακούστηκε μία γυναικεία φωνή από πίσω μου. (Τρομοκρατημένη συνταξιδιώτισσα)
Τα νεύρα μου είχαν είχαν αγγίξει τα έσχατα όρια τους...

-Παιδιά, δεν πάει άλλο, πρέπει να βρούμε ένα μέρος να πάρουμε κανένα καφέ. Να κάνουμε ένα τσιγάρο. Δεν πάει άλλο έχει γυρισεί το μάτι μου. Τρισίμιση ώρες περιμένουμε. τους είπα (άτιμο πράγμα το τσιγάρο).

Σηκωθήκαμε λοιπόν τα τρία δοκίμια να βρούμε το κυλικείο. Να πιούμε έναν καφέ, να ανάψουμε και εκείνο το πολυπόθητο τσιγάρο... Και να μην ξεχάσουμε την τυρόπιτα της κυρίας Ελισάβετ.
Ανεβαίνουμε σκάλες, από τον ένα διάδρομο στον άλλο. Το βρήκαμε!
Με τους καφέδες στο χέρι πάμε στο ελεύθερο στάντ-τραπεζάκι. Ανάβω το τσιγάρο!!
Αχ, τι απόλαυση, νιρβάνα!
-Σβήσ'το. (είπε απότομα ο Βρασίδας)
-Τι λες; Πας καλά; Τόση ώρα λέγαμε... (προσπάθησα να του πω)
-Δεν την άκουσες την ανακοίνωση; Να επιβιβαστούμε στο αεροπλάνο. Σε ένα τέταρτο απογειωνόμαστε.
Την τύχη μου... Ούτε καφέ πρόλαβα να πιώ, ούτε τσιγάρο έκανα.

Τα πόδια στην πλάτη. Να βρούμε την αίθουσα αναμονής. Προλάβαμε! (Την τυρόπιτα ξεχάσαμε προς απογοήτευση της κυρίας Ελισάβετ)
-Εε, εντάξει δεν πειράζει παιδιά που δεν πήρατε τίποτα...

Χριστέ μου... Τι ήταν αυτό; Ένα μικρό αεροπλάνο με κάτι μικροσκοπικούς διαδρομάκους... (άλλα ήξερα εγώ για τα υπερατλαντικά αεροπλάνα- μεγάλα, καινούργια, με κάθε είδους εξυπηρετήσεις και βολές...)
-I'm sorry, it seams I have a problem with my ears. Is there anything I could do to avoid the pain? (Συγνώμη, φαίνεται πως έχω πρόβλημα με τα αφτιά μου. Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για να αποφύγω τον πόνο;), ρώτησα την αεροσυνοδό.
-If you have a problem with your ears you should not be on a plane. (Αν έχεις πρόβλημα με τα αφτιά σου δεν θα έπρεπε να είσαι σε αεροπλάνο), μου απάντησε ξυνά.
Έχω πάθει παράκρουση σκέφτηκα...

Ούτε μία, ούτε δύο ώρες στους αιθέρες. Έντεκα ολόκληρες ώρες πτήσης μέχρι την Φιλλαδέλφια! Δεν της έδωσα ξανά σημασία. Είχα τον δικό μου αεροσυνοδό εγώ! Όχι παίζουμε! Ήταν ένας ευγενέστατος κύριος γύρω στα 35 με 40. Τι sweety με είπε, τι sweetheart, τι honey! (γλυκία μου είναι η κατά προσέγγιση μετάφραση). Φιλικός, ευγενικός και ευχάριστος!

Φτάσαμε επιτέλους στην Φιλλαδέλφια! Ναι, αλλά είχαμε χάσει την ανταπόκριση για την Νέα Ορλεάνη όπου ήταν ο τελικός αεροπορικός προορισμός μας! Έπρεπε να περάσουμε πρώτα από το Immigration (κάτι σαν το δικό μας αλλοδαπών), να συμπληρώσουμε τις φόρμες με στοιχεία, και άλλα στοιχεία, και άλλα στοιχεία, να ελέγξουν τις βίζες μας, τα διαβατήρια...

Τα πράγματα μετά! Δεν πάνε μόνα τους... Στο χέρι οι βαλίτσες και πάμε!
-Που πάμε καλέ;
-Να βρούμε τον κισέ της αεροπορικής να δούμε τι γινέται με τα εισιτήρια. Μπορεί να μείνουμε και εδώ. Αν έχει ενημερωθεί η εταιρία για την καθυστέρηση μπορεί να μας περιμένει πράκτορας έξω. μου απάντησε ο Βρασίδας.
Με τα πολλά το βρήκαμε. Περίμενε τώρα σαν το γαιδούρι φορτωμένη στην ουρά του κισέ. (Αααα, βρε μάνα... Και το πιστολάκι πήρα και ότι άλλο μου έιπες, για να μην σε κακοκαρδήσω κουβαλάω σαν γάιδαρος στρωμένος τώρα)

Ήρθε και η σειρά μας!
-Τι γράφει; με ρωτήσαν
-Σε μισή ώρα πετάμε. Γρήγορα να δώσουμε τις βαλίτσες! τους είπα κοιτώντας τα εισιτήρια.

Γρήγορα οι βαλίτσες στον διάδρομο αποσκευών, και το κυνήγι της πύλης έιχε μόλις αρχήσει.
-Τι είναι τώρα αυτό; απογοητευμένη πια
-Σωματικός έλεγχος... Μετά τους πύργους... απάντησε ο Βρασίδας

-Παρακαλώ βγάλτε το μπουφάν σας, αφήσε την τσάντα σας εδώ, αν φοράτε ζώνη βγάλτε τη, βγάλτε τα παπούτσια σας, αν έχετε ηλεκτρονικά και υπολογιστές στις χειραποσκευές σας να τα βάλετε σε ξεχωριστό καλαθάκι, αν φοράτε μεταλλικό μεταγιόν να το πιάσετε με τα δόντια σας. είπε στα αμερικάνικα ο υπάλληλος ασφαλείας του αεροδρομίου.
Μου κάνει πλάκα το σύμπαν σκέφτηκα. Δεν γίνονται αυτά. Κι όμως γίνονται...
Ξυπόλιτη, με το σταυρουδάκι στο στόμα την τσάντα μου ξεκοιλιασμένη πέρασα κι εγώ τον έλεγχο.
-Ακολουθήστε με. μου είπε ένας άλλος της ασφάλειας (στο CNN θα με δείς μανούλα μου κι ας μην έχω κάνει τίποτα) που κράτουσε τα καλαθάκια μου στο χέρια.
-Καλά, μπορώ να βάλω τα παπούτσια μου;
Για απάντηση εισέπραξα ένα ξερό: Όχι.
Τι αμαρτίες πληρώνω σκεφτόμουν...
Με οδήγησε σε ένα δωμάτιο με κάτι περίεργα μηχανήματα.
-Στάσου εδώ και πάτα εκεί που είναι οι πατούσες στο χαλάκι.
Στάθηκα κι εγώ. Σαν πρόβατο που πήγαινε για σφαγή. Στεκόμουν μπροστά σε ένα μηχάνημα που έκανε κάτι "ψτ, ψτ" (σαν ψεκασμός).
-Εντάξει, μπορείται να φορέσετε τα παπούτσια σας. Τελείωσε ο έλεγχος. μου είπε.
Γύρισα να βάλω τα παπουτσάκια μου, να μαζέψω και τα πραγματάκια μου.
-Αυτό που κρατάτε είναι ο αναπτήρας μου. Μπορείτε να μου τον δώσετε να φύγω; είπα με σθένος!
-Απαγορεύεται να έχετε αναπτήρα στο αεροπλάνο.
-Μα με αυτόν τον αναπτήρα στην τσέπη ταξίδεψα από την Ελλάδα!
-Απαγορεύεται.
Τον πήρε... Δέκα λεπτά μας είχαν μείνει για την πύλη.
-Θα το χάσουμε Βρασίδα... ,του είπα
-Πρέπει να τρέξουμε για να προλάβουμε! είπα σε όλη την τετράδα.

Σαν τρίχρονα τρέχαμε στο αεροδρόμιο να βρούμε την πύλη, να περάσουμε τον τελευταίο έλεγχο και να μπόυμε στο αεροπλάνο. Τρίχρονα είπα; Σαν αθλητές του στοίβου... Τέτοιο ρεκόρ δεν έχω ξανακάνει.

Στο βάθος δεξιά η πύλη.
-Άντε, λίγο μας έμεινε! Ακριβώς μπροστά στην πύλη οι δύο πιλότοι. (Θα ξεμείνουμε εδώ... αχ, μανούλα μου)

-Προλάβαμε; ρωτήσαμε όλοι μαζί την υπάλληλο που στεκόταν στην πύλη.
-Ναι!
Η πιο γλυκιά απάντηση!

Άλλες τέσσερεις ώρες στο αεροπλάνο. Δεν θυμάμαι και πολλά. Σκεφτόμουν με λαχτάρα το βαπόρι! Τι να με περιμένει άραγε; Μακάρι να βρώ ανθρώπους... Θα μάθω; Έτσι πέταξε η πτήση ενώ είχα παραδοθεί στις αγωνίες μου, στις ευχές μου και στα όνειρα μου για ένα καλό μπάρκο.

Μεσάνυχτα μας βρήκαν στο αεροδρόμιο της Νέας Ορλεάνης. Ταλαίπωρα πλάσματα...
Είδαμε τον ατζέντη με μία χειρόγραφη σελίδα που έγραφε το όνομα το πλοίου. Ένας τύπος που μύριζε μίλια μακριά, απέραντος τύπος μου φάνηκε ατελείωτος ο όγκος του, με ένα βρώμικο και τρύπιο τζίν, με κάτι ακούρευτα μαλλία που είχαν και χλωρίδα (μπορεί και πανίδα). Περιμέναμε μαζί να περάσουν από μπροστά μας οι βαλίτσες μας.

Τικ, τακ, τικ, τακ... Τα λεπτά περνούσαν... Άρχισαν να περνάν από μπροστά μας οι πρώτες βαλίτσες...
Τικ, τακ, τικ, τακ... Πέρασε μία ώρα. Ο διάδρομος σταμάτησε να φέρνει βαλίτσες. Οι δικές μας πουθενά.

-Πάμε στον κισέ των απώλεσθέντων. Να δηλώσουμε τις αποσκευές σας. μας είπε βαριεστημένα ο ατζέντης.
Πάλι πίσω από έναν κισέ... Να περιγράψουμε τις βαλίτσες, πόσες είναι... Να δώσουμε και άλλα στοιχεία...

Κατά τη μία το βράδυ ο ατζέντης μας ενημέρωσε ότι θα μας πάει σε ένα ξενοδοχείο και το πρωί στις 10 θα πέρναγε να μας μαζέψει.
-Οι βαλίτσες μας; Τι θα γίνει με τις βαλίτσες μας; είπα παραδωμένη πια.
-Αύριο θα μάθουμε τι γίνετε... είπε το ίδιο ξερά ο ατζέντης.

Στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου πλέον. Να μας δώσουν τα δωμάτιά μας.
-Θέλετε δωμάτιο καπνιστών ή μη καπνιστών μας;
-ΚΑΠΝΙΣΤΩΝ! είπαμε με μία φωνή εγώ και ο Βρασίδας.
-Εμμμ, δεν έχουμε ελεύθερα δωμάτια καπνιστών...
Δεν άντεξα... Της απάντησα...
-Τότε τι με ρωτάς; Παίζεις με τον πόνο μου... Τέλος πάντων, δώσε μας ότι υπάρχει... Και μιάς και είπες καπνιστών έχεις αναπτήρα, σπίρτα; Κάτι...
-Σπίρτα. Ορίστε.
-Μπορώ να καπνίσω εδώ;
-΄Οχι, θα πρέπει να πάτε έξω.

Έξω, μία και μισή το βράδυ, με τα νεύρα μας σπασμένα, με έναν αέρα να μην μπορούμε να ανάψουμε τσιγάρο, με χαμένες αποσκευές... Το άναψα τελικά το τσιγάρο, δεν υπήρχε περίπτωση...

-΄Αντε καληνύχτα Βρασίδα.
-Καληνύχτα Αλέκα.



Μπήκα στο δωμάτιο, άπλετος χώρος! Δύο βασιλικά κρεββάτια μόνο για μένα! Ένα μικρό παλατάκι! Και κάτι μαξιλάρια... σκέτα πέπουλα!
-΄Αντε κοπελιά να κάνεις ένα μπάνιο και να ξεκουραστείς λίγο. είπα δυνατά στον εαυτό μου.
Ρούχα; Τι ρούχα να βάλω τώρα; (εδώ κολλάει η ρήση: άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς)

Έδωσε ο Θεός και ξημέρωσε... Άντε, να πάρουμε τα πράγματά μας να πάμε στο καλό. Η κυρία Ελισάβετ σε μελαγχολία...
-Και είχα φέρει και τα πλεκτά μαζί μου, και κάτι τραπεζομάντηλα για να κεντήσω... Θα πάρω τηλέφωνο τον άντρα μου να μιλήσει στον καπετάνιο να βρούμε μία άκρη!
Το εἰπε και το ἐκανε. Ευτυχώς δε λες...

Το κανόνισε ο κατεπάνιος, να πάμε να αγοράσουμε κανένα ρούχο, κάτι να έχουμε να φορέσουμε τέλος πάντων... Καθυστέρησε όσο περισσότερο μπορούσε το οπερέσιο. Ο ατζέντης μας πήγε, ψωνίσαμε και μας πήγε στις λάτζες (κοντά δύο ώρες με το αμάξι για τις λάτζες).
-Εδώ θα περιμένετε, τα πράγματα σας φτάνουν σε μισή ώρα στο αεροδρόμιο και πάω να συναντήσω τον άλλον που θα φέρει τις βαλίτσες σας γιατί δεν προλαβαίνει να τις φέρει μέχρι εδώ.
Περιμέναμε τρείς ώρες. Τις έφερε τελικα και μπήκαμε στην λάτζα για το βαπόρι. Μια και μισή ώρα διαδρομή για το βαπόρι ανάμεσα σε αμέτρητα πηγάδια. Σαν τον χάνο ήμουν. Πόσα πολλά πηγάδια υπάρχουν...


(Η φωτογραφία αυτή είναι από επισκεύη πιο μετά)

Βλέποντας το βαπόρι μας μας έπιασε ένα δέος. 248 μέτρα γομάρι ήταν. Ένας τεράστιος όγκος. Μία μικρή πόλη έπλεε αγέροχα μπροστά μας. Ο καπετάνιος μου είχε βγεί στην αριστερή βαρδιόλα, μας χαιρετούσε, μας φώναζε "Καλως ήρθατε!! Ελάτε πάνω, ελάτε!!!", και παράλληλα πατούσε το κουμπί της μπουρου.
Μπουυυ
Μπουυυ
Μπουυυ



Και ακριβώς έτσι ξεκίνησε το δεύτερο μπάρκο μου στας μακρινάς Αμερικάς!

Δεν είναι δόκιμοι, κοπέλες είναι σου λέω!




Τέλος του 2005 με ένα κόμπο στο λαιμό αν επιτέλους θα βρούμε εταιρία να μπαρκάρουμε κι εμεις. Τρείς κοπέλες που απεγνωσμένα έψαχναν βαπόρι να μπαρκάρουν, δύσκολο πράγμα και ιδίως αν έχουν βλέψεις για ποντοπόρα.

Συναντηθήκαμε στις 8 το πρωί έξω από τον ηλετρικό να ξεκινήσει η περιοδία μας... Τι ακούσαν τα αφτιά μας εκείνο το πρωινό στον Πειραια; Πόσες πόρτες δεν βρήκαμε κλειστές...

Θυμάμαι που περάσαμε την είσοδο μίας ναυτιλιακής εταιρίας με σκοπό να πάμε στο τμήμα των πληρωμάτων να ζητήσουμε δουλειά. Στα πέντε βήματα που κάναμε μας σταμάτησε ο θυρωρός.
-Τι θα θέλατε;(μας ρώτησε)
-Δόκιμοι είμαστε, θα θέλαμε να μιλήσουμε με τον υπεύθυνο πληρωμάτων.
-Μισό λεπτάκι κορίτσια.
Περιμέναμε λοιπόν κι εμείς ντυμένες με τα "καλά" μας στον προθάλαμο του μεγάρου.
Πιάνει το τηλέφωνο και μιλάει με κάποιον (προφανώς τον υπεύθυνο των πληρωμάτων):
-Έλα, έχουν έρθει κάτι κοπέλες εδώ και θέλουν να πάνε στα πληρώματα... Για δόκιμοι λένε... Όχι σου λέω, κοπέλες είναι, στα πληρώματα θέλουν να πάνε... Δεν είναι δόκιμοι σου λέω, κοπέλες είναι!
Το τηλέφωνο έκλεισε, ο θυρωρός γύρισε στο μέρος που στεκόμαστε και μας είπε χαμογελαστός:-Λυπάμαι κορίτσια, μου είπαν ότι δεν δεχόμαστε αιτήσεις απο κοπέλες.

Τι σφαλιάρα ήταν αυτη; Από πού μας ήρθε; Μας πιάσαν κάτι γέλια στην μέση του δρόμου... Ακόμα γελάμε όταν θυμηθούμε την ιστορία αυτή! "Κοπέλες είναι σου λέω, όχι δόκιμοι!"

Κι όμως συνεχίσαμε, χτυπήσαμε και άλλες πόρτες και ακούσμε πολλές τέτοιες ατάκες. Απτόητες εμείς, αποφασισμένες να βρούμε εταιρία... Γύρισα κατά τις 7 το απόγευμα σπίτι μου, έχοντας γράψει πολλά χιλιόμετρα, κατάκοπη, πεινασμένη και διψασμένη.Δεν το έβαλα κάτω όμως και εταιρία βρήκα!

Πέρασε ο καιρός, έφυγα για το πρώτο μου μπάρκο! Έκει έμαθα πολλά όπως: πως να κάνω ματσακόνι (είχα το δικό μου ματσακόνι, καλό ξύλο, βαρυ εργαλείο, πέταγε σπίθες και δεν ήθελε ακόνισμα στον τροχό!), έμάθα τι είναι η μάπα (σφουγγαρίστρα την έλεγε η μαμά μου), πώς πίνει τον καφέ του ο καπετάνιος (και φυσικά δεν τον έκανα ποτέ όπως ήθελε, αν ήθελε καφέ να εφτιαχνέ μόνος του δεν είχα μπαρκάρει καφετζής), πως πιάνουν το πινέλο και βάφουν, να φτιάχνω μπογιές, να δίνω δουλειά στους ναύτες, να μαζεύω τα τρεξίματα από λάδια, να πιάνω το στουπί και το πανί και να κατεβαίνω στις σεντίνες για λαδάκια, να διορθώνω στους χάρτες... Δεν έχω παράπονο!

Έκανα τα πάντα εκέι! Τι θέλεις; Γέφυρα, κουβέρτα; Δεν άφησα τίποτα στην τύχη του! Στα πάντα ήμουν μέσα! Τους τρέλανα στις ερωτήσεις... Έψαξα, έμαθα! Είδα την διαφορά άντρα δοκιμου και γυναίκας δόκιμου, ή μάλλον τις διαφορές.

Δεν φοβήθηκα να λερώσω τα χέρια μου, υπήρξαν φορές που δεν φαινόταν ούτε για αστείο το μπλέ της φορμας μου γιατί είχε γίνει μαύρη από το πετρέλαιο, ακόμα και το πρόσωπό μου ήταν γεμάτο πετρέλαιο. Ο άντρας δόκιμος όμως σιχαινόταν να λερώσει τα χέρια του με πετρέλαιο... Δούλεψα σαν σκύλος σε αυτό το βαπόρι, αλλα πάντα ήμουν η "μικρή", ενω ο άντρας δόκιμος ήταν πάντα ο άντρας δόκιμος! Δεν είναι κοπέλα, είναι δόκιμος! Έτσι όμως ήταν πάντα και όσο κι αν γκρινιάζω δεν αλλάζει!

Ένας άντρας στο βαπόρι δεν έχει να αποδείξει τίποτα, ενώ μια κοπέλα πρέπει να αποδείξει με έργα ότι δεν μπάρκαρε για τουρισμό. Ότι μπάρκαρε για να δουλέψει όπως δεν έχει δουλέψει πότε κανένας τους, ότι ήρθε για να κλέψει γνώσεις και όχι καρδιές.

Έχω διαλέξει να κρατάω μόνο τα καλά στην ζωή μου, από τα άσχημα κρατάω μόνο τις διδαχές που μου προσφέραν!

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ ΜΩΡΟ ΜΟΥ




Εσμεράλδα, μωρό μου

Ο θείος μου, όπως μου διηγήθηκε ο πατέρας μου, γνώρισε τον Νίκο Καββαδία πριν από τον πόλεμο, όταν και οι δύο ήταν μπαρκαρισμένοι στο Α/Π «Ελένη» του Εμπειρίκου. Εκείνη την εποχή ο θείος Πίπος ήταν τζόβενο και ο Καββαδίας απλός ναύτης - δεν είχε πάρει δηλαδή ακόμα το δίπλωμα του ασυρματιστή. Πιστεύω πως αν γνωρίζονταν αργότερα, σε ηλικία ωριμότητας, ας πούμε τότε που γράφτηκε η Βάρδια, δηλαδή το 1951-1952, ο θείος μου ίσως να μην αυτοκτονούσε. Στο συγκεκριμένο βιβλίο ο Καββαδίας έχει βάλει πολλές ιστορίες για προδομένους ναυτικούς και άπιστες συζύγους, που αν ο θείος μου το διάβαζε κι έβλεπε πού οδηγούν οι ζήλειες δεν θα προχωρούσε στον φόνο της γυναίκας του και στη συνέχεια στον αυτοχειριασμό.

Εν πάση περιπτώσει, την εποχή της γνωριμίας τους ήταν νεαροί άντρες, άδολοι σχεδόν κι αθώοι. Παρά τη διαφορά της ηλικίας τους - ο θείος μου ήταν καμιά δεκαριά χρόνια νεώτερος -, είχαν πολλά κοινά σημεία, αλλά υπήρχαν στον χαρακτήρα τους και μερικές θεμελιακές διαφορές. Μπορώ ν' αναφέρω, εκτός από την αγάπη τους για τη θάλασσα, τη ροπή για ανεξαρτησία, τη λατρεία τους για τη γυναίκα, τον ενστερνισμό των αριστερών ιδεών, την ολοφάνερη κλίση τους προς το αγωνίζεσθαι. Αυτά που τους χώριζαν τα θεωρώ επουσιώδη: ο Καββαδίας ήταν νηφάλιος και μάλλον ορθολογιστής, ο θείος μου οξύθυμος και κυκλοθυμικός. Ο Καββαδίας φοβόταν τον γάμο και ο θείος μου παντρεύτηκε. Ακόμα, ο Καββαδίας παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του πιστός στις ιδέες του, ενώ ο θείος μου, όντας κομμουνιστής, ιδρυτικό μέλος του ΕΑΜ της Κέρκυρας, πήγε και εντάχθηκε στον αντάρτικο στρατό του Ζέρβα, μόνο και μόνο για να 'χει κάθε μέρα ένα πιάτο φαγητό και ενίοτε καμιά χρυσή λίρα - από εκείνες που έδιναν οι Άγγλοι.

Ένα περιστατικό που έπαιξε σημαντικό ρόλο στο τσιμέντωμα της φιλίας τους είναι το παρακάτω (το επεισόδιο συνέβη στη Γένοβα και δείχνει με ανάγλυφο τρόπο τον χαρακτήρα τους). Το βαπόρι ήταν δεμένο πολλές μέρες στον ντόκο, έτσι το πλήρωμα μπορούσε να βγαίνει σε καθημερινή Βάση έξω και να επιδίδεται σε ερωτικά νταραβέρια. Η μακρά παραμονή στο λιμάνι έδεσε τους άντρες με τις ντόπιες γυναίκες, μερικές από τις οποίες συνήθιζαν να μπαίνουν στις καμπίνες και να ξενυχτάνε. Ο θείος μου είχε κουβαλήσει στην καμπίνα του μια χήρα ή χωρισμένη, κάτι τέτοιο τέλος πάντων, που τον περιποιόταν και τον φρόντιζε. Επειδή ήταν πρωτόμπαρκος, ορισμένοι παλιοί ναυτικοί δεν τον υπολόγιζαν. Κάποιος από αυτούς, ένας θερμαστής, που θεωρούσε τον εαυτό του μάγκα, είχε βάλει στο μάτι τη γυναίκα και μια μέρα, την ώρα που η χήρα ανέβαινε τη σκάλα, της έπιασε τα οπίσθια. Αγαπάει ο Θεός τον κλέφτη αλλά αγαπάει και τον νοικοκύρη: εκείνη την ώρα ο θείος μου ήταν ανεβασμένος στην κορυφή ενός άλμπουρου, δεμένος με σκοινί κι έβαφε. Όταν πήρε είδηση τον θερμαστή να χουφτώνει τη γυναίκα, τη δική του γυναίκα, του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, θόλωσε, επιχείρησε να κατεβεί, προσπάθησε να πιαστεί από τον μακαρά, αλλά αυτό το μαραφέτι γύρισε και του 'κοψε το μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού. Το δάχτυλο έπεσε στη λαμαρίνα της κουβέρτας, ενώ πάραυτα ο λοστρόμος φρόντισε να μεταφέρει τον θείο μου στην καμπίνα του γραμματικού για τις πρώτες βοήθειες. Ο Καββαδίας που είχε δει όλη τη σκηνή από το φινιστρίνι της καμπίνας του έσπευσε στο σημείο του ατυχήματος. Την ώρα εκείνη η γάτα του μάγειρα μύρισε το ζεστό ακόμα δάχτυλο κι έφυγε, ενώ ο σκύλος του λοστρόμου που γνώρισε αμέσως σε ποιον ανήκε το 'γλειψε απαλά. Τότε ο Καββαδίας το σήκωσε, το φύσηξε να φύγει η σκόνη και το πήγε στον γραμματικό να το πλύνει με οινόπνευμα και να το βάλει σ' ένα ποτήρι με φορμόλη. Για να μην τα πολυλογώ, ο τραυματίας και το δάχτυλο του μεταφέρθηκαν επειγόντως στο τοπικό νοσοκομείο, όπου ένας Αυστριακός γιατρός κατάφερε να επιτύχει μια καλή συγκόλληση.

* * *

Ένα άλλο επεισόδιο που δείχνει πόσο γερή ήταν η φιλία τους έγινε την ίδια χρονιά, λίγους μήνες αργότερα. Το βαπόρι βρισκόταν στη Μασσαλία και οι δύο φίλοι έβγαιναν κάθε μέρα για να πάνε να βρούνε γυναίκες: ο Καββαδίας την Εσμεράλδα, μια τσιγγάνα, κι ο θείος μου την Εμινέ, μιαν αραπίνα από το Μαρόκο. Μπήκαν στο χαμαιτυπείο όπου συνήθως σύχναζαν, στην rue des Phociens, στο Quartier du Panier της Παλιάς Πόλης, και φώναξαν τις γυναίκες στο τραπέζι τους: η τσιγγάνα και η αραπίνα, πήγαν και κάθησαν στα γόνατα τους. Όλα πήγαιναν καλά, καθώς τα δύο ζευγάρια χαϊδολογούνταν, πίνοντας και χαχανίζοντας μέσα στο ντουμάνι από τους καπνούς των τσιγάρων. Το μαγαζί ήταν γεμάτο ναυτικούς κάθε φυλής από τα βαπόρια που φόρτωναν ή ξεφόρτωναν, κάθε κοπέλα είχε Βρει το ταίρι της. Ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά τους ο θερμαστής που λέγαμε. Φαινόταν ελαφρώς πίτα. Πήγε στον πάγκο, παράγγειλε ποτό και μπάνιζε τις κοπέλες του μαγαζιού.

Την προηγούμενη φορά την είχε γλιτώσει φτηνά, χωρίς καμιά συνέπεια, επειδή ο θείος μου έδωσε τόπο στην οργή. Εκεί, όμως, στο μισοσκότεινο χαμαιτυπείο, η υπομονή του θείου Πίπου εξαντλήθηκε, όταν ο εν λόγω, εκλαμβάνοντας την ανεκτικότητα ως αδυναμία, σηκώθηκε, έκανε μερικά βήματα κι επιχείρησε να σηκώσει την τσιγγάνα από τα γόνατα του Καββαδία.

«Πάμε να σε ξεσκίσω, μωρή χαμούρα!» της είπε, αρπάζοντάς την από το μπράτσο.

Το θράσος του οφειλόταν στο ότι κάποτε την είχε χρυσοπληρώσει για να την πάρει νυχτιά. Τόσο ο Καββαδίας όσο και η γυναίκα αντέδρασαν πολιτισμένα στην παράλογη επιθυμία του θερμαστή.

«Γύρνα στη θέση σου!», του είπε ήρεμα ο Καββαδίας.

«Απόψε έχω παρέα!», είπε η Εσμεράλδα.

Ο θείος μου δεν άνοιξε το στόμα του, έσφιξε όμως τις γροθιές του, συγκρατώντας την επιθυμία του να ορμήσει στον παλικαρά και να τον τουλουμιάσει στο ξύλο. Ο θερμαστής κοίταξε περιφρονητικά τον Καββαδία, του πέταξε ένα απειλητικό «θα σου δείξω εγώ!» και ξαναγύρισε στον πάγκο. Ήταν τόσο αντιπαθής ώστε όχι μόνο δεν τον έκαναν παρέα οι συνάδελφοί του από το βαπόρι, αλλά ούτε και οι γυναίκες του μαγαζιού ήθελαν να καθήσουν μαζί του - τις θεωρούσε ιδιοκτησία του. Εκείνη τη βραδιά ήταν και άτυχος αφού κανένα θηλυκό δεν ήταν διαθέσιμο. Ο θείος μου που δεν ξεχνούσε εύκολα τις παλιανθρωπιές, μολονότι είχε συγχωρέσει την πρώτη φορά τον ασχημονήσαντα (όπως είχε συγχωρήσει και τη γυναίκα του όταν την πρωτόπιασε με γκόμενο), δεν θέλησε να αφήσει το συμβάν να λήξει έτσι. Προτού, λοιπόν, ετοιμαστούν να αναχωρήσουν για το ξενοδοχείο, ζήτησε από τον σερβιτόρο τρία πιρούνια, χώνοντάς του με τρόπο στο χέρι ένα χαρτονόμισμα για να κάνει το κορόιδο σε όσα θα επακολουθούσαν.

Αμέσως μετά, τη στιγμή που ο θερμαστής ήταν σκυμμένος στο ποτήρι του, ο θείος μου με τα πιρούνια κρυμμένα στην τσέπη του σακακιού του τον πλησίασε και τον ατένισε με θάρρος.

«Έλα έξω ρε, να καθαρίσουμε!» τον πρόσταξε.

Εκείνος, παρ' ότι μεθυσμένος, κατάλαβε πως δεν θα τα έβγαζε πέρα με τον αψίκορο νεαρό, που είχε με το μέρος του και τον Καββαδία και τ' άλλα παλικάρια από το πλήρωμα του Βαποριού.

«Δεν είμαι σε φόρμα σήμερα!».

Ο θείος μου τότε τον τράβηξε από το μανίκι λέγοντάς του πως δεν είναι άντρας. Ο θερμαστής, βλέποντας πως βρισκόταν σε μειονεκτική θέση, αρνήθηκε να εγκαταλείψει τον πάγκο. Τότε ο θείος Πίπος πήρε φόρα και του κάρφωσε ένα πιρούνι στο δεξί κωλομέρι. Θέλοντας εκείνος να το παίξει ψύχραιμος, δεν έβγαλε τσιμουδιά, με αποτέλεσμα το δεύτερο πιρούνι να καρφωθεί στο αριστερό κωλομέρι του. Πονώντας, σήκωσε το κεφάλι του για να κοιτάξει τον θείο μου, που κρατούσε στο χέρι το τρίτο πιρούνι, έτοιμο να το καρφώσει στο μάτι του. (Ασφαλώς, δεν είχε τέτοια πρόθεση, η κίνηση ήταν καθαρά απειλητική). Ξέροντας πως δεν είχε καμιά ελπίδα, ο θερμαστής σηκώθηκε και με τα πιρούνια στον κώλο - το αίμα έτρεχε, λερώνοντας το παντελόνι του -, πήγε στο κοντινό αστυνομικό τμήμα για να καταγγείλει το περιστατικό. Φυσικά, όταν ύστερα από αρκετή ώρα έφτασαν οι αστυνομικοί, ο Καββαδίας, ο θείος μου και οι δύο γυναίκες βρίσκονταν σε κάποιο ξενοδοχείο κι έβγαζαν τα μάτια τους.

* * *

Θα κάνω εδώ μια παρέκβαση. Οι δυο φίλοι είχαν στη Μασσαλία μια ενδιαφέρουσα συνάντηση με τον Γιώργο Σεφέρη έναν χρόνο νωρίτερα, τον Ιούλιο του 1937, όταν εκείνος που τότε ήταν πρόξενος στην Κορυτσά πήγαινε στο Λονδίνο για να τακτοποιήσει κάτι εκκρεμότητες της υπηρεσίας του. Έτυχε τώρα να συνταξιδεύουν στο ίδιο βαπόρι ο Στρατής Τσίρκας με τη γυναίκα του την Αντιγόνη που ξεκίνησαν από την Αλεξάνδρεια για να κάνουν το ταξίδι του μέλιτος στην Ευρώπη. Ο Καββαδίας, θέλοντας να τιμήσει τους δύο ποιητές - τύπωσε το Μαραμπού το 1933, ενώ ο Σεφέρης εξέδωσε τη Στροφή το 1931 και ο Τσίρκας τους Φελλάχους το 1937 -, τους πήγε σ' ένα εξοχικό μαγαζί στην περιοχή του Πράντο. Επέστρεψαν στο κέντρο της Μασσαλίας μ' ένα ταξί και οι δύο ναυτικοί με τον Σεφέρη συνόδευσαν τους νεόνυμφους στον σιδηροδρομικό σταθμό του Saint- Charles για να πάρουν το τρένο για το Παρίσι - ο Τσίρκας θα συμμετείχε στο Β' Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας εναντίον του Φασισμού. Ως γνωστόν, μαζί με τον μαύρο Αμερικανό ποιητή Λάνγκστον Χιους έγραψε τον όρκο των ποιητών στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα που διαβάστηκε στο συνέδριο από τον Λουί Αραγκόν (λίγο αργότερα ο Καββαδίας έγραψε το δικό του ποίημα για τον αδικοχαμένο Ανδαλουσιανό, αυτό που λέει «Ατσίγγανε κι αφέντη μου, με τι να σε στολίσω; Φέρτε...»).

Ο Σεφέρης, που έπρεπε να επισκεφθεί το ελληνικό προξενείο της πόλης, είχε καθυστερήσει μια μέρα το ταξίδι του για το Λονδίνο κι έτσι ο Καββαδίας σκέφτηκε να τον μυήσει στα μυστικά της Μασσαλίας. Πράγματι, μετά τον σταθμό, είπε στον οδηγό μια διεύθυνση και σε λίγο έφταναν στη rue des Phociens. Ο Σεφέρης, που γνώριζε καλά το κτίριο του ελληνικού προξενείου από τις προηγούμενες φορές που πέρασε από εκεί, ξαφνιάστηκε.

«Είναι η γειτονιά με τα μπουρδέλα», του είπε ο Καββαδίας και τον προσκάλεσε να μπουν σ' ένα μπαρ για να του γνωρίσει την Εσμεράλδα.

Ο Σεφέρης εξοργίστηκε από την αναπάντεχη πρόταση, αλλά επειδή ήταν άνθρωπος με καλή ανατροφή απλώς σκυθρώπιασε και τους παρακάλεσε να τον αφήσουν μόνο. Ο Καββαδίας και ο θείος μου κατέβηκαν και ο Σεφέρης πήγε στον προορισμό του με το ίδιο ταξί. Χρόνια έκαναν να μιλήσουν οι δύο ποιητές.

Η συμφιλίωσή τους έγινε με πρωτοβουλία του Καββαδία που έγραψε το Εσμεράλδα (αυτό που λέει «Μη φεύγεις. Πες μου, το 'πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;») και το αφιέρωσε σε αυτόν: «Στον Γιώργο Σεφέρη», διαβάζουμε κάτω από τον τίτλο του ποιήματος που μπήκε στο Πούσι το 1947. Ασφαλώς, το όνομα Εσμεράλδα παραπέμπει στην τσιγγάνα της Μασσαλίας, την οποία ο Σεφέρης δεν θέλησε να γνωρίσει. Ας μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή ζούσε μιαν υπέροχη ερωτική ιστορία με τη Μαρώ.

* * *

Η Εσμεράλδα ήταν η αφορμή και για την παρ' ολίγο ρήξη ανάμεσα στον Καββαδία και τον θείο μου. Το περιστατικό που κλόνισε τη φιλία τους έγινε ένα μήνα μετά το συμβάν με τον Σεφέρη. Το Α/Π «Ελένη» σαλπάρισε από τη Μασσαλία για την Αμβέρσα, το Ρότερνταμ και το Λονδίνο, όπου θα 'μπαινε σε δεξαμενή για σέρβις. Οι δύο γυναίκες, η τσιγγάνα και η αραπίνα, τους ακολούθησαν στην Αγγλία ταξιδεύοντας με το ίδιο πλοίο. Επρόκειτο για ένα ολιγοήμερο ταξίδι αναψυχής που θα το εκμεταλλεύονταν για να γνωρίσουν τα αξιοθέατα της πόλης. Στο Λονδίνο οι δύο φίλοι θα ξεμπαρκάριζαν και θα επέστρεφαν στη Μασσαλία με το τρένο μέσω Παρισιού.

Έλα, όμως, που τα θηλυκά έχουν τον διάολο μέσα τους. Μια μέρα που ο Καββαδίας έφυγε για να πάει να βρει στο City τον θείο του, τον Παναγή Γιαννουλάτο, η Εσμεράλδα μπήκε στην καμπίνα του θείου μου με σκοπό να τον αποπλανήσει. Μπορεί να το 'κανε από πόθο ή ερωτική βουλιμία, αλλά δεν αποκλείεται να 'θελε να τη σπάσει στην αραπίνα με την οποία συνδεόταν με λυκοφιλία. Η Εμινέ είχε κατεβεί στον ντόκο, να χαζέψει λίγο τους ερασιτέχνες ψαράδες στον Τάμεση, κι η τσιγγάνα βρήκε την ευκαιρία να δράσει. Ο θείος μου, την ώρα που η Εσμεράλδα μπήκε στην καμπίνα, βρισκόταν σε δημιουργικό οίστρο: έφτιαχνε ένα μαντολίνο με ειδικό ξύλο μουριάς που βρήκε στην Αγγλία. Επομένως, δεν είχε καμιά διάθεση για ερωτικές διαχύσεις και το κυριότερο δεν ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να ψιλογαμήσει την γκόμενα του φίλου του. Αυτό δεν το 'ξερε η Εσμεράλδα, η οποία βλέποντας την αδιαφορία του πείσμωσε, γύμνωσε το στήθος της και τον πλησίασε με τη θηλή προτεταμένη, έτοιμη να του τη χώσει στο στόμα. Για κακή της τύχη, εκείνη τη στιγμή γύρισε η αραπίνα, η οποία βλέποντάς την σ' αυτήν την άσεμνη στάση έβαλε τις φωνές και όρμησε να της βγάλει τα μάτια με τα δάχτυλα της. Οι δύο γυναίκες άρχισαν να παλεύουν, ο θείος μου το διασκέδαζε, και μόνο όταν η Εσμεράλδα έβγαλε έναν σουγιά από μια κρυφή τσέπη του φουστανιού της και όρμησε κατά της ούτως ειπείν αντιζήλου της, πετάχτηκε όρθιος, της τον πήρε και τον πέταξε στη θάλασσα.

Επιστρέφοντας, ο Καββαδίας πληροφορήθηκε τα συμβάντα αλλά, όπως γίνεται συνήθως, του τα είπαν αρκετά διαστρεβλωμένα. Ο θείος μου αναγκάστηκε να του αφηγηθεί το περιστατικό με κάθε λεπτομέρεια, οπότε εκείνος πείστηκε για τη δολιότητα της φίλης του.

«Είναι αλήθεια, Εσμεράλδα, μωρό μου;» ρώτησε την τσιγγάνα ο Καββαδίας. Εκείνη δεν απάντησε, οπότε ο Καββαδίας την τιμώρησε με μιας ημέρας αποχή από τα ερωτικά του καθήκοντα. Αργότερα, συζητώντας με τον θείο μου, είπε την περίφημη φράση - την έβαλε στη Βάρδια του -, «τις γυναίκες στα μπουρδέλα τις λέμε δημόσιες, τις άλλες που 'ναι απέξω πώς πρέπει να τις φωνάζουμε; Βρες μου τη λέξη». Το νόημα της φράσης δεν έγινε κατανοητό από τον θείο μου. Διότι, με την πρώτη ευκαιρία, όταν είδε ένα όμορφο θηλυκό που του γυάλισε, πήγε και παντρεύτηκε - κάτι που το πλήρωσε πολύ ακριβά.

* * *

Στις 19 Ιουνίου, αν θυμάμαι καλά, του 1956, ο θείος μου τραυμάτισε θανάσιμα με μαχαίρι τη γυναίκα του στις Κουκουβάουνες, στο σπίτι του εραστή της, κάποιου οικοδόμου ονόματι Μαρκάκη. Όταν την είδε νεκρή, παραφρόνησε και χτυπήθηκε στο στήθος και στην κοιλιά με το ίδιο μαχαίρι. Η Ακρόπολις κατέγραψε την είδηση σ' ένα μικρό μονόστηλο, μα το θέμα δεν απασχόλησε καθόλου το πανελλήνιο - στην εξουσία βρισκόταν ο νεοεκλεγμένος Κωνσταντίνος Καραμανλής -, που εκείνη την εποχή αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, την ανεργία, το Κυπριακό κ.λπ. Αυτό όμως το γεγονός, το πιο δραματικό κομμάτι της ιστορίας της ζωής του θείου Πίπου, παραμένει ολοζώντανο στο μυαλό του πατέρα μου, χαραγμένο με ανεξίτηλα χρώματα - βεβαίως δεν γνώρισε ποτέ τον Καββαδία, τον Σεφέρη και τον Τσίρκα. Διότι, η Εσμεράλδα, η Εμινέ και οι άλλες γυναίκες με τα περίεργα ονόματα αποτελούν απλώς τις αφορμές για να μου αφηγείται κάπου κάπου κωμικοτραγικές ιστορίες από τα λιμάνια του κόσμου με ήρωα τον αδελφό του.

Φίλιππος Φιλίππου

από την εφημερίδα 'ΤΑ ΝΕΑ', 9/8/2003

...Φοβάμαι ότι αυτή η ιστορία εκτός από μακρόσυρτη, δεν είναι και
τόσο για Κυρίες,αλλά δεν άντεξα και υπέπεσα στον 'πεζό' πειρασμό για ευνόητους λόγους...
Ας μου το συγχωρήσουν οι ''ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΕΣ''.

ΔΩΣΤΕ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΔΟΚΙΜΩΝ!

ΟΙ ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΥΔΑΣΤΡΙΕΣ ΤΩΝ ΑΕΝ ΑΠΑΙΤΟΥΝ:


ΤΕΡΜΑ ΠΙΑ ΣΤΟΝ ΕΜΠΑΙΓΜΟ!

ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΩΡΑ!


ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΓΩΝΑ ΑΕΝ

Οικολογικό Περισκόπιο

10 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010: ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΕΣ ΑΠΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΧΟΛΗ



Ο ΟΡΚΟΣ


ΕΜΕΙΣ ΤΟΝ ΚΡΑΤΗΣΑΜΕ...


ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΤΟΝ ΖΗΤΗΣΑΝ;


Στα μάτια σας, μας είπαν, βλέπουμε το μέλλον της Ναυτιλίας. (Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, κ. Φικιώρης)

Μα το δικό μας μέλλον αποδείχτηκε κόλαση.

Τώρα τα ίδια τάζουν στα νέα κορίτσια για να τα πείσουν να πάνε στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού. Αυτές δε θα χρειαστεί να περιμένουν για να ανακαλύψουν την ίδια κόλαση της ανεργίας. Από το πρώτο εξάμηνο σπουδών, αναζητώντας καράβι για πρακτική άσκηση, βρίσκονται αντιμέτωπες με τις κλειστές πόρτες των εταιρειών. Δεκάδες νέες καπετάνισσες κινδυνεύουν να χάσουν το επόμενο εξάμηνο της σχολής γιατί ο Ιούλιος μπήκε και καράβι δε βρήκαν. Πολλές ακόμη αναγκάστηκαν ήδη να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους για τον ίδιο λόγο. Μα κανενός υπευθύνου δεν ιδρώνει το αυτί.

Αντίθετα μας ζητούν να σκεφτούμε το κρουαζιερόπλοιο Ζενίθ και τα διαφυγόντα κέρδη για τον τουρισμό. Την ώρα που οι ναυτεργάτες, γυναίκες και άντρες, βρίσκονται στο απόλυτο ναδίρ. Και απαιτούν να μην απεργούμε, να μην αγωνιζόμαστε για το δίκιο μας. Είμαστε υποχρεωμένες να μην υπακούσουμε. Το δις εξαμαρτείν δεν αρμόζει ούτε στις γυναίκες. Και ειδικά σε καπετάνισσες.

Ορκιστήκαμε για καπετάνισσες. Όχι για νέες Ιφιγένειες. Και αυτόν τον όρκο θα τιμήσουμε. Καπετάνισσες στη θάλασσα και καπετάνισσες στη ζωή. Με το κεφάλι ψηλά απαιτούμε να τηρηθούν οι υποσχέσεις που μας δόθηκαν. Και να ληφθούν μέτρα ώστε να μη σβήσει ο θεσμός τριάντα χρόνων. Το μέλλον της ναυτιλίας ανήκει και σε μας. Όχι γιατί μας το έταξε ένας υπουργός μα γιατί έχουμε κι εμείς προσφέρει τον ιδρώτα μας για την ελληνική ναυτιλία.

Τώρα όμως με την άρση του καμποτάζ και τον αφανισμό των ελλήνων ναυτεργατών που θα σημάνει, το ΝΑΤ κινδυνεύει να χρεωκοπήσει. Πώς θα πληρωθούν οι συντάξεις σε όσους ναυτεργάτες τόσα χρόνια έδιναν τις εισφορές τους;

Γι' αυτό στον αγώνα κατά της άρσης του καμποτάζ είμαστε όλοι ενωμένοι. Άντρες και γυναίκες. Παλιές και νέες καπετάνισσες. Και είναι ο αγώνας αυτός αγώνας επιβίωσης.

Μη μας ζητάτε λοιπόν να σκεφτούμε το Ζενίθ. Γιατί αυτός που βρίσκεται στο ναδίρ δεν έχει πια τίποτε άλλο να χάσει αν αγωνιστεί. Εκτός από τις αλυσίδες του.

Βίρα λοιπόν τις άγκυρες! Κι ας σπάσουν και οι καδένες. Για το μέλλον που ονειρευτήκαμε και δικαιούμαστε μετά από τριάντα χρόνια να ζήσουμε. Την καταξίωση του θεσμού της ελληνίδας καπετάνισσας.

Έτσι τιμούμε εμείς την επέτειο των τριάντα χρόνων από την αποφοίτηση. Με αγώνες!

Εκεί, στον Πειραιά, στο λιμάνι. Που η ακηδία όλων μας ξεμπάρκαρε.

Είναι η ώρα να μας ξαναβρούν μπροστά τους. Και η ώρα να σταματήσουν να ξεγελάν κι άλλες αθώες κοπέλες με κούφιες υποσχέσεις. Η ώρα να βγει ο θεσμός από την κόλαση.

Τριάντα χρόνια μετά ξέρουμε καλά γιατί μας άνοιξαν την πόρτα της ναυτιλίας. Χωρίς καν να το ζητήσουμε εμείς. Τώρα νομίζουν πως έχουν το δικαίωμα να την ξανακλείσουν. Ωραία λοιπόν. Στις δικές τους κλειστές πόρτες απαντάμε με κλειστά λιμάνια. Δίκαιο δεν είναι;

Ή όλοι μαζί στο ζενίθ ή όλοι μαζί στο ναδίρ. Δεν μπορεί η μεν ελληνόκτητη ναυτιλία να είναι πρώτη στον κόσμο και να ανθοφορεί και οι έλληνες ναυτεργάτες να πετιούνται στον καιάδα. 85.000 έλληνες ναυτικοί το 1980, λιγότεροι από 20.000 σήμερα. Μιλάνε οι αριθμοί. Κόντρα στους αριθμούς για τα διαφυγόντα κέρδη από το Ζενίθ και το κάθε Ζενίθ. Και στο κάτω κάτω ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Απαιτούμε λοιπόν από την Πολιτεία να θέσει στο ζενίθ της τον άνθρωπο. Ζητάμε να πάρει πίσω την άρση του καμποτάζ και να θεσμοθετήσει μέτρα στήριξης τόσο των ελλήνων ναυτεργατών όσο και της γυναίκας ναυτεργάτριας.

Ζητάμε πολλά; Όχι! Ζητάμε μόνο να τιμήσουν τα τριάντα χρόνια που χωρίς καμία στήριξη καταφέραμε να κρατήσουμε ζωντανό το θεσμό της ελληνίδας καπετάνισσας. Και που παρά τις αντιξοότητες έχουμε σήμερα να καμαρώνουμε αρκετές συναδέλφισσες σε βαθμό υποπλοιάρχου αλλά και πρώτου πλοιάρχου.

Αποδείξαμε πως μπορούμε να σταθούμε ισάξια με τους άντρες συναδέλφους στις γέφυρες των πλοίων. Και δεν ανεχόμαστε άλλο πια ούτε διακρίσεις εξαιτίας του φύλου μας ούτε και άλλη εκμετάλλευση των γυναικών ναυτικών με στόχο να χτυπηθεί συνολικά το ναυτεργατικό κίνημα. Σας είπαμε, ξέρουμε γιατί μας ανοίξατε την πόρτα. Δε μας κάνατε χάρη.

Μας βάλατε στα καράβια για τον ίδιο λόγο που τώρα βάζετε τους αλλοδαπούς. Χωρίς να νοιάζεστε αν θα τα καταφέρουμε επαγγελματικά. Μας θέλατε το πολύ πολύ για ανθυποπλοιάρχους. Δεν περιμένατε πως θα καταφέρουμε κάτι καλύτερο. Επιδιώκατε να δημιουργήσετε ζευγάρια ναυτικών. Να μένουμε περισσότερο στο πλοίο, να δεχόμαστε μικρότερους μισθούς για να μας ναυτολογήσετε μαζί. Κι όταν τα σχέδιά σας βγήκαν όλα πλάνα, βιαστήκατε να μας κλείσετε την πόρτα. Προτιμώντας τους αλλοδαπούς.

Ε, σας λέμε ότι και αυτό το σχέδιο πλάνη θα βγει. Θα φροντίσουν οι ναυτεργάτες γι' αυτό. Κι εμείς θα σταθούμε δίπλα τους. Δίπλα στο ταξικό ναυτεργατικό κίνημα. Γιατί αυτό και μόνο μας στήριξε αταλάντευτα τριάντα τόσα χρόνια. Αν μη τι άλλο χρωστάμε τώρα να ανταποδώσουμε.

Γιατί αχάριστες οι ελληνίδες καπετάνισσες δεν είναι. Και το ξέρετε. Όπως αγαπήσαμε τα καράβια σας όταν μας δώσατε την ευκαιρία να εργαστούμε , και υπερβάλαμε εαυτούς για να σταθούμε αντάξιες, ίδια τώρα τιμούμε τα τριάντα χρόνια της παρουσίας μας υποστηρίζοντας ολόψυχα τον αγώνα των ναυτεργατών.

Στο κάτω κάτω δε μας αφήσατε άλλο δρόμο. Ο αγώνας των ναυτεργατών είναι η μόνη μας ελπίδα να μη σβήσει ο κλάδος μας. Και να μην πάνε στράφι τριάντα χρόνια προσπάθειας και θυσίας.