BLOG ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ ΠΛΟΙΑΡΧΩΝ Ε.Ν.

Ήξερα κι εγώ ένα κορίτσι που το έλεγαν Σοφία...

Στο σχολείο που πήγαινα παιδί είχαν ένα όμορφο συνήθειο. Να μας χαρίζουν βιβλία. Βραβείο, σημείωναν, για το ήθος και την επιμέλεια και τη σχολική επίδοση. Και με αυτή ακριβώς τη σειρά, πρώτο το ήθος και τελευταία η επίδοση...

Σ' ένα τέτοιο βιβλίο διάβασα και το Γράμμα του πνιμένου:

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΝΙΜΕΝΟΥ

Του Βασίλη Ρώτα

Είχε κατέβει ο Θεός κάτου, ο θαλασσόθεος, και συντάραζε τη θάλασσα και σάρωνε τον τόπο ημερόνυχτα. Οι άνεμοι, ξαπολυμένοι, εδιώχνανε κι απ' το πέλαγο κι απ' τη στεριά και πλεούμενα κι ανθρώπους και ζωντανά, ξερίζωναν δέντρα και μπαίνανε ως και μέσα στα σπίτια κι ούρλιαζαν. Κάποτε ο μαυροσύννεφος ο νοτιάς πήρε να ξεθυμάνει, το βράδυ γλάρωσε κι όλη νύχτα μόνο η θάλασσα ανταρευότανε ακόμη και βόγγαγε.

Οι πρώτοι άνθρωποι που βγήκανε χαράματα στο γιαλό, βρήκανε τον πνιγμένο τουμπανιασμένον πάνω στα φύκια και στα κλαριά. Τα 'χε ξεράσει το κύμα, που φούσκωνε ακόμη και ξέρναγε αφρούς, αγκαλά ξελιγωμένο πια κι αποκαμωμένο.

Ένας πνιγμένος στο ακρογιάλι, σε μικρό χωριό, φέρνει μεγάλη ταραχή στους ανθρώπους. Αμέσως το μαθαίνουνε όλοι και συνάζονται γύρω στο κουφάρι με περιέργεια, θλίψη και συμπόνια. Ετούτος φαινότανε άντρας μεσόκοπος, μα η θάλασσα τον είχε δείρει πολύ πριν τονέ πετάξει έξω και του 'χε χαλάσει τη μορφή, σε τρόπο που δεν έδειχνε πολλά σημάδια γνώρας. Κι η φαντασία των χωριάτωνε βάλθηκε αυτή να τρέξει μακριά για να πιάσει το σουλούπι, τη νιότη, την αντρειά του πνιμένου και τις σχέσεις του με τον κόσμο.

Κι όπως όλοι τους ήτανε θλιμμένοι κι από δικά του ο καθένας, από τον χαλασμό κι από την πείνα, γιατί ο πόλεμος δεν είχε αφήσει σπίτι που να μην το 'χε κάψει στην καρδιά, οι φαντασίες με πολύ μαύρα μάτια είδανε το άγνωρο κουφάρι που κειτότανε εκεί, πάνω στα φύκια, ξεχαρβαλωμένο και φουσκωμένο, σαν μεθυσμένο κι αδιάντροπο. Σαν να βλαστήμαγε τη ζωή. σαν να μούντζωνε και τον ουρανό τον ολογάλανο, που έπιανε να τον χρυσώσει ο λαμπρός απριλιάτικος ήλιος, και τη θάλασσα που καταλάγιαζε λιγοθυμισμένη, και το αγέρι που κατέβαινε από τις πλαγιές τις γεράνιες και τις πράσινες πλαγιές γύρω, μοσκοβολημένο από θυμάρι κι αγριοβιολέτα, και τα πουλιά που πετούσανε λαλώντας στον γλαρόν αθέρα, και τους ανθρώπους γύρω του, που τονέ κοιτάζανε με σκυμμένα μούτρα και μάτια ανήσυχα και φοβισμένα.

Επιτέλους ήρθε ο χωροφύλακας κι όλοι του κάμανε τόπο να περάσει μπροστά. Κοίταξε πρώτα με προσοχή το κουφάρι, από το μπρουμυτισμένο κεφάλι του ως τ' ανακλαδισμένα κανιά του, ύστερα πρόσταξε δυο χωριάτες να το γυρίσουν ανάποδα. Η φορεσιά του έμοιαζε στολή.

"Στρατιώτης ήτανε", είπε ο χωροφύλακας. κι όλοι οι παραστεκούμενοι αναστενάξανε κι οι γυναίκες πιο πίσω λουχτούκιασαν.

"Για ψάξτε του τις τσέπες", πρόσταξε πάλι ο χωροφύλακας.

Κι οι δυο χωριάτες, που προθυμήθηκαν να βάλουνε χέρι στον πνιμένο, αρχίσανε τώρα να τονέ ξεκουμπώνουνε, να χώνουνε τα χέρια τους μέσα στις τσέπες του, να τραβάνε από κει πράματα και να τα δίνουνε του χωροφύλακα.

"Το ρολόι του", είπε ο ένας, ξεθηλυκώνοντας ένα ρολόι απ' τον αρμό του πνιμένου.

Πάλι λουχτούκιασαν οι γυναίκες. Μα οι άντρες και τα παιδιά γέλασαν, γιατί αυτός που ξεθηλύκωσε το ρολόι, πριν το παραδώσει στο απλωμένο χέρι του χωροφύλακα, το 'βαλε στ' αυτί του για να δει αν δουλεύει.

"Τι ώρα λέει;; Να βάλουμε όλοι τα ρολόγια μας!" ρώτησε φωναχτά ένας χωρατατζής, και το αστείο του δεν έμεινε αναπάντητο από γέλια.

Ωστόσο η βαρυθυμία έπαιρνε αμέσως το πάνω χέρι, πνίγοντας το γέλιο, όπως είχε πνίξει η θάλασσα τον άνθρωπο, που, ανακλαδισμένος χάμω, άφηνε να τονέ ψάχνουνε τα χωριάτικα χέρια.

Δεν άργησαν οι παλάμες του χωροφύλακα να γεμίσουνε με πράματα, το ρολόι, ένα σουγιά, ένα μαντιλάκι, μια φυλλάδα διπλωμένη, ένα μολύβι, μια τσατσάρα, ένα πορτοφόλι φουσκωμένο σαν τον ιδιοχτήτη του και ξεκοιλιασμένο, που μισοφαινόντουσαν τα μέσα του χαρτιά και χρήματα, ένα μάτσο γράμματα.

Ο χωροφύλακας τ' άδειασε όλα μέσα σ' ένα σακίδιο που 'χε κρεμασμένο στο πλευρό του. Κράτησε μόνο τα χαρτιά κι άρχισε να τα εξετάζει, ψάχνοντας για την ταυτότητα του πνιμένου.

Ξεφυλλίζοντας τα μουσκεμένα γράμματα, διάβαζε κιόλας φωναχτά: "Αγαπητή μου Ελενίτσα..."

"Γράμμα στη φιλενάδα του!" φώναξε ο χωρατατζής και γέλασαν τα παιδιά.

Ο χωροφύλακας ξεδίπλωσε δεύτερο γράμμα και διάβασε πάλι: "Αγαπητή μου Ελενίτσα...", ύστερα τρίτο, τέταρτο κι όλα άρχιζαν με το "Αγαπητή μου Ελενίτσα".

"Διάβασε και παρακάτω!" ξεστόμισαν μερικοί.

Ο χωροφύλακας κράτησε το τελευταίο, να διαβάσει και παρακάτω. Και η δική του πια περιέργεια και ολονώνε είχε φουντώσει. Η φαντασία του καθενού είχε πλάσει από τ' άφαντο χάος μια ξέχωρη μορφή γι' αυτή την Ελενίτσα. Άλλος την έβλεπε φιλενάδα, άλλος γυναίκα στεφανωτή, άλλος Ελενάρα, άλλος Ελέγκω, καθένας με τον τρόπο του και την πείρα του.

Ο χωροφύλακας διάβασε φωναχτά ως το τέλος το ακόλουθο γράμμα:

"Αγαπητή μου Ελενίτσα,

Σου 'χω γράψει γράμματα, παιδί μου, κάθε μέρα σου γράφω, χωρίς να σου στείλω ακόμη κανένα, γιατί δεν τα κατάφερα. Κι η ελπίδα που είχα να σου τα στείλω, τώρα χάθηκε ολότελα, γιατί πιάστηκα αιχμάλωτος. Όμως, πάλι σου γράφω το τελευταίο χαρτί που έχω κι ίσως βρω καμιάν ευκαιρία. Τώρα μας εβάλανε στο πλοίο για να μας πάνε στα μέρια τους. Έτσι λένε πολλοί, μα κανείς δεν ξέρει για πού ταξιδεύουμε. Τ' αεροπλάνα έρχονται ολοένα από πάνω μας και μας ρίχνουνε. Κι ολοένα οι καρδιές μας λαχταρίζουνε, τώρα θα μας βουλιάξουνε.

Βλέπουμε τη στεριά να φεύγει λίγο λίγο και να χάνεται απ' τα μάτια μας. Παιδί μου, Ελενίτσα μου, ο νους μου είναι σε σένα, που έμεινες μάνα στο σπίτι, να κοιτάξεις και τ' αδέρφια σου, κι είσαι ακόμη τόσο μικρή. Από την ημέρα που 'λαβα το γράμμα σου το πικραμένο, που μου 'γραφες τη θανή της μητέρας σου, μέρα νύχτα εσένα συλλογίζομαι και κλαίω.

Μόλις είχαμε σχολάσει τη μάχη κι ήμουνα ζωντανός ακόμη κι άβλαβος κι έτρωγα ευχαριστημένος το ψωμί μου, ήρθε, παιδάκι μου, το γράμμα σου με τη μαύρην είδηση που με λάβωσε κατάκαρδα.

Καλύτερα έλεγα να μ' είχε πάρει εμένα ο χάρος, όπως τόσους και τόσους συντρόφους μας και χωριανούς μας, παρά που πήρε τη μητέρα σου. Γιατί αυτή χρειαζότανε σε σένα και τ' αδέρφια σου, που είναι ακόμη μικρούλια και πώς θα ζήσουνε.

Μου 'γραφες, παιδί μου, να κάνω καρδιά και σπάραξε η ψυχή μου, που μου 'δινες εσύ θάρρος, εσύ το άπλερο και μικρό κοριτσάκι. Παιδάκι μου, να τηράξεις τ' αδέρφια σου και να τους σταθείς εσύ μάνα πονετικιά. Να μη ζητήσεις τη βοήθεια κανενού χωριστά, παρά όλου του χωριού. Να μην εμπιστευτείς, παιδί μου, ούτε τον παπά, ούτε τον πρόεδρο χωριστά να σε βοηθήσουνε κι ούτε κανένα συγγενή, παρά να πέσεις στο έλεος του χωριού.

Να βγεις, παιδί μου, στην εκκλησία, μέσ' στη μέση, και να τονέ φωνάξεις τον πόνο σου. Να έχεις μαζί σου και όλα τ' αδερφάκια σου, να φωνάξετε όλα μαζί και να ειπείτε:

"Χωριανοί, η μάνα μας πέθανε, ο πατέρας μας είναι στον πόλεμο, εμείς είμαστε πεντάρφανα, το χωριό να μας φροντίσει κι εμείς εδώ του χωριού είμαστε."

Μέσα στην απελπισιά μου, εσύ παιδάκι μου, που 'δειξες μυαλωμένο και πονετικό, εσύ είσαι το μοναχό στήριγμα της καρδιάς μου, εσύ είσαι το μοναχό φως μέσα στο σκοτάδι που βρίσκομαι.

Να πολεμήσεις, παιδί μου, για τ' αδέρφια σου. Να τηράξεις τους άλλους, να μην τηράξεις τον εαυτό σου. Να μη ζηλέψεις καθόλου τις χαρές και τις ομορφιές και τα στολίσματα για τον εαυτό σου και παρατήσεις τ' αδέρφια σου που από σένα κρέμονται τώρα.

Σου 'πεσε μεγάλο βάρος, πουλάκι μου, Ελενίτσα μου, πάνω στις τρυφερές σου πλάτες, το χρέος της μάνας μαζί και του πατέρα. Να το νιώσεις, βασανισμένο μου, και να σταθείς σ' αυτό το χρέος πιστή, έτσι να ιδούμε καλήν αντάμωση. Να μη γυρίσω, παιδάκι μου, πίσω και σας βρω σκόρπια και ντροπιασμένα.

Εγώ, από δω που βρίσκομαι, εσάς έχω ελπίδα για να παλέψω, και κάθε μου παλμός και κάθε πνοή μου θα παίρνει δύναμη από σένα, άπλερο πουλί μου, που θ' αγωνίζεσαι μέσα σ' αυτή τη συφορά για το καλό και για την προκοπή. Κι όταν ανταμωθούμε όλοι μας χαρούμενοι..."

Εδώ σταμάτησε το διάβασμα, γιατί δεν είχε συνέχεια. Ο χωροφύλακας γύρισε τα μάτια του στους παραστεκάμενους κι όλοι κλαίγανε, οι γυναίκες γοερά, οι άντρες σκυφτοί και σαν ντροπιασμένοι. Ως και τα παιδιά στεκόντουσαν συλλογισμένα, Κάποιος εφώναξε και είπε:

"Αυτός ο πνιμένος είναι δικός μας, κι αυτή η Ελενίτσα και τα παιδιά του τ' άλλα, δικά μας είναι! Πρέπει εμείς να τα φροντίσουμε."

"Ναι, ναι," φώναξαν όλοι "να φροντίσουμε να τα βρούμε".

Κι άρχισε συζήτηση σ' όλη τη σύναξη εκεί γύρω στον πνιμένο. Όλοι φωνάζανε κι ο καθένας επρόσθετε κι από μια γνώμη, πώς να κάμουνε ν' ανακαλύψουνε το χωριό και το σπίτι του πνιμένου, πώς να στείλουνε επίτηδες ανθρώπους με έξοδα του χωριού τους, να ταξιδέψουν, - όλη την Ελλάδα στην ανάγκη, για να βρουν αυτή την Ελενίτσα, να τη βοηθήσουνε. Άλλος επρόσθετε, "να τα πάρουμε αυτά τα παιδιά και να τα φέρουμε εδώ στο χωριό μας, να τα κάμουμε δικά μας". Άλλος εφώναζε: "Αυτά τα γράμματα να τα φυλάξουμε καλά, για να τα πάμε του κοριτσιού". Άλλος είπε: "Να τα τυπώσουμε στην εφημερίδα, να τα διαβάσει όλος ο κόσμος!"

Έτσι, με ταραχή και συγκίνηση και γενική προθυμία να εχτελέσουνε τις εντολές του πνιμένου, πέρασαν οι χωριάτες εκείνη την ημέρα τους.

Όμως τι κάμανε, πώς τέλειωσε αυτή η ιστορία, αν το χωριό αυτό έβαλε σε πράξη την πρώτη ορμή που 'λαβε απ' το γράμμα του πνιμένου, ή αν και το λείψανό του και το γράμμα του πήρανε τον φυσικό τους δρόμο, εκείνο για μιαν άκρη στο νεκροταφείο, κι εκείνα για μιαν άκρη στην ντουλάπα της ανάκρισης, δε μαθεύτηκε. Πολλές είναι οι έγνοιες κι οι λαχτάρες της ζωής, έτσι που, ως να γίνει το 'να περιστατικό, άλλα απανωτά έρχονται και τα πλακώνουνε, σαν τα κύματα στο γιαλό, που ως να ιδείς καλά καλά το πρώτο κύμα, δεύτερο, τρίτο από κοντά έρχεται και κουκουλώνει τ' άλλα, και το μόνο που νιώθεις βαριά είναι η αντάρα και το άφρισμα του πελάγου.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σήμερα, διαβάζοντας ένα σχόλιο που μας άφησαν στο ιστολόγιο, πήρε ανάποδες στροφές το μυαλό μου. Κι άρχισε να ξετυλίγει κουβάρια που τόσες μέρες κλώθονταν κόμπος μέσα μου.

Κι έφταιξε και το όνομα. Η Σοφία.

Γιατί θυμήθηκα πως ήξερα κάποτε κι εγώ ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Σοφία.

http://kapetanisses.blogspot.com/2009/07/blog-post.html

Και τον τίτλο θυμήθηκα για τη Σοφία και όλες τις άλλες Σοφούλες:

Μη λυπάστε παρακαλώ τα παιδιά των ναυτικών

Κι εκεί δαγκώθηκα. Κι όχι μόνο για τον τίτλο.

Είναι που ξαφνικά συνταίριαξα πως ίδιο όνομα είχε κι εκείνο το κορίτσι στη σχολή. Σοφία κι εκείνη. Και καπετάνισσα. Ένα χαρούμενο ξανθό κορίτσι. Μέχρι που έφτασε η είδηση. Τελειώναμε τότε τη σχολή... Η είδηση για τον αδερφό της. Τον ανθυποπλοίαρχο. Που γλίστρησε κατεβαίνοντας στο αμπάρι.

Και τώρα το όνομα τρίτωσε. Μια Σοφία και πάλι. Μια άγνωστη Σοφία αυτή τη φορά.

Κι έπειτα από τις άκρες της μνήμης ξεφύτρωσε το γράμμα του πνιμένου. Δεν μπορούσε να γίνει κι αλλιώς.

Και λέω, δε θα σταματήσω να το λέω, πως κάποτε οι άνθρωποι είχαν ανθρωπιά. Και ζήταγαν να μάθουν. Ζήταγαν να βοηθήσουν. Και σ' εποχές που ήταν σχεδόν απίθανο να βρεις τη μικρή Ελενίτσα...

Σήμερα; Πώς καταντήσαμε έτσι σήμερα;

Άνοιξα να ακούσω τις ειδήσεις των οκτώ. Και το μόνο που τους ένοιαζε ήταν που έπεσαν τα σπρεντς. Και τι γύρευε η Μέρκελ στην Κύπρο. Φυσικά ούτε λέξη για τους δύο ναυτικούς. Ούτε και για τον Κύπριο.

Κι εγώ διάβαζα και ξαναδιάβαζα το σχόλιο εκείνης της άγνωστης κοπέλας. Που περιμένει λέει δεκατρείς μέρες τον αδερφό της. Δεκατρείς μέρες!!!! Και κοιτάει το όνομά του στο κινητό.

Ίδια κι εγώ. Κράταγα χρόνια ένα μήνυμα στο κινητό μου. Ώσπου πάλιωσε και δε δούλευε πια. Κι ένα μέιλ. Το τελευταίο από την ξαδέρφη μου. Μια βδομάδα πριν φύγει για πάντα.

Ψευδαισθήσεις; Όχι. Δεν είναι ψευδαισθήσεις.

Είναι που ο θάνατος δεν μπορεί να σκοτώσει όσα ζήσαμε με τους αγαπημένους μας. Κι όσο εμείς ζούμε, θα ζούνε κι εκείνοι. Και ναι, θα είναι πάντα εδώ. Μαζί μας.

Για τους άλλους; Τους πιο έξω; Ισχύει ο πικρόχολος επίλογος του Ρώτα. Που ως να προλάβουνε να συγκινηθούν έρχονται άλλα και άλλα και ξεχνάνε. Και τις Ελενίτσες. Και τις Σοφούλες.

Οι Ελενίτσες; Οι Σοφούλες;

Αυτές και να θέλουν δε θα ξεχάσουν ποτέ...

1 σχόλιο:

  1. ΘΑ ΑΝΑΦΕΡΕΣΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΣΤΗ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΚΑΠΤΑΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΥΣΙΚΑ.
    ΑΝ ΟΧΙ Η ΤΥΧΟΝ ΔΕ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ ΕΔΩ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ, ΤΙ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΤΡΑΓΙΚΗ ΕΙΡΩΝΕΙΑ Η ΜΑΛΛΟΝ ΜΙΑ ΕΙΡΩΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ!
    ΓΙΑ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΚΟΥΚΛΑΚΙ ΤΟΥ ΟΠΟΤΕ ΧΑΖΕΥΕ ΦΨΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ Η ΘΑ ΓΕΛΑΓΕ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΤΟΥ Η ΘΑ ΒΟΥΡΚΩΝΕ... ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΑΠΗ Κ ΑΔΥΝΑΜΙΑ.
    ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ Η ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ...
    ΗΤΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥΣ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΜΠΑΡΚΑΡΕΙΣ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕ ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ ΘΕΣ ΝΑ ΤΟΝ ΠΑΡΕΙΣ ΑΓΚΑΛΙΑ..

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Welcome onboard! Αφήστε μας το μήνυμά σας και θα προσπαθήσουμε να σας απαντήσουμε το συντομότερο δυνατό. Εκτός αν αλλού αρμενίζουμε... Οπότε κουράγιο μέχρι να καταπλεύσουμε και πάλι στο λιμάνι...

ΔΩΣΤΕ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΔΟΚΙΜΩΝ!

ΟΙ ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΥΔΑΣΤΡΙΕΣ ΤΩΝ ΑΕΝ ΑΠΑΙΤΟΥΝ:


ΤΕΡΜΑ ΠΙΑ ΣΤΟΝ ΕΜΠΑΙΓΜΟ!

ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΩΡΑ!


ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΓΩΝΑ ΑΕΝ

Η ώρα σε όλο τον κόσμο

Οικολογικό Περισκόπιο

10 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010: ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΕΣ ΑΠΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΧΟΛΗ



Ο ΟΡΚΟΣ


ΕΜΕΙΣ ΤΟΝ ΚΡΑΤΗΣΑΜΕ...


ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΤΟΝ ΖΗΤΗΣΑΝ;


Στα μάτια σας, μας είπαν, βλέπουμε το μέλλον της Ναυτιλίας. (Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, κ. Φικιώρης)

Μα το δικό μας μέλλον αποδείχτηκε κόλαση.

Τώρα τα ίδια τάζουν στα νέα κορίτσια για να τα πείσουν να πάνε στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού. Αυτές δε θα χρειαστεί να περιμένουν για να ανακαλύψουν την ίδια κόλαση της ανεργίας. Από το πρώτο εξάμηνο σπουδών, αναζητώντας καράβι για πρακτική άσκηση, βρίσκονται αντιμέτωπες με τις κλειστές πόρτες των εταιρειών. Δεκάδες νέες καπετάνισσες κινδυνεύουν να χάσουν το επόμενο εξάμηνο της σχολής γιατί ο Ιούλιος μπήκε και καράβι δε βρήκαν. Πολλές ακόμη αναγκάστηκαν ήδη να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους για τον ίδιο λόγο. Μα κανενός υπευθύνου δεν ιδρώνει το αυτί.

Αντίθετα μας ζητούν να σκεφτούμε το κρουαζιερόπλοιο Ζενίθ και τα διαφυγόντα κέρδη για τον τουρισμό. Την ώρα που οι ναυτεργάτες, γυναίκες και άντρες, βρίσκονται στο απόλυτο ναδίρ. Και απαιτούν να μην απεργούμε, να μην αγωνιζόμαστε για το δίκιο μας. Είμαστε υποχρεωμένες να μην υπακούσουμε. Το δις εξαμαρτείν δεν αρμόζει ούτε στις γυναίκες. Και ειδικά σε καπετάνισσες.

Ορκιστήκαμε για καπετάνισσες. Όχι για νέες Ιφιγένειες. Και αυτόν τον όρκο θα τιμήσουμε. Καπετάνισσες στη θάλασσα και καπετάνισσες στη ζωή. Με το κεφάλι ψηλά απαιτούμε να τηρηθούν οι υποσχέσεις που μας δόθηκαν. Και να ληφθούν μέτρα ώστε να μη σβήσει ο θεσμός τριάντα χρόνων. Το μέλλον της ναυτιλίας ανήκει και σε μας. Όχι γιατί μας το έταξε ένας υπουργός μα γιατί έχουμε κι εμείς προσφέρει τον ιδρώτα μας για την ελληνική ναυτιλία.

Τώρα όμως με την άρση του καμποτάζ και τον αφανισμό των ελλήνων ναυτεργατών που θα σημάνει, το ΝΑΤ κινδυνεύει να χρεωκοπήσει. Πώς θα πληρωθούν οι συντάξεις σε όσους ναυτεργάτες τόσα χρόνια έδιναν τις εισφορές τους;

Γι' αυτό στον αγώνα κατά της άρσης του καμποτάζ είμαστε όλοι ενωμένοι. Άντρες και γυναίκες. Παλιές και νέες καπετάνισσες. Και είναι ο αγώνας αυτός αγώνας επιβίωσης.

Μη μας ζητάτε λοιπόν να σκεφτούμε το Ζενίθ. Γιατί αυτός που βρίσκεται στο ναδίρ δεν έχει πια τίποτε άλλο να χάσει αν αγωνιστεί. Εκτός από τις αλυσίδες του.

Βίρα λοιπόν τις άγκυρες! Κι ας σπάσουν και οι καδένες. Για το μέλλον που ονειρευτήκαμε και δικαιούμαστε μετά από τριάντα χρόνια να ζήσουμε. Την καταξίωση του θεσμού της ελληνίδας καπετάνισσας.

Έτσι τιμούμε εμείς την επέτειο των τριάντα χρόνων από την αποφοίτηση. Με αγώνες!

Εκεί, στον Πειραιά, στο λιμάνι. Που η ακηδία όλων μας ξεμπάρκαρε.

Είναι η ώρα να μας ξαναβρούν μπροστά τους. Και η ώρα να σταματήσουν να ξεγελάν κι άλλες αθώες κοπέλες με κούφιες υποσχέσεις. Η ώρα να βγει ο θεσμός από την κόλαση.

Τριάντα χρόνια μετά ξέρουμε καλά γιατί μας άνοιξαν την πόρτα της ναυτιλίας. Χωρίς καν να το ζητήσουμε εμείς. Τώρα νομίζουν πως έχουν το δικαίωμα να την ξανακλείσουν. Ωραία λοιπόν. Στις δικές τους κλειστές πόρτες απαντάμε με κλειστά λιμάνια. Δίκαιο δεν είναι;

Ή όλοι μαζί στο ζενίθ ή όλοι μαζί στο ναδίρ. Δεν μπορεί η μεν ελληνόκτητη ναυτιλία να είναι πρώτη στον κόσμο και να ανθοφορεί και οι έλληνες ναυτεργάτες να πετιούνται στον καιάδα. 85.000 έλληνες ναυτικοί το 1980, λιγότεροι από 20.000 σήμερα. Μιλάνε οι αριθμοί. Κόντρα στους αριθμούς για τα διαφυγόντα κέρδη από το Ζενίθ και το κάθε Ζενίθ. Και στο κάτω κάτω ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Απαιτούμε λοιπόν από την Πολιτεία να θέσει στο ζενίθ της τον άνθρωπο. Ζητάμε να πάρει πίσω την άρση του καμποτάζ και να θεσμοθετήσει μέτρα στήριξης τόσο των ελλήνων ναυτεργατών όσο και της γυναίκας ναυτεργάτριας.

Ζητάμε πολλά; Όχι! Ζητάμε μόνο να τιμήσουν τα τριάντα χρόνια που χωρίς καμία στήριξη καταφέραμε να κρατήσουμε ζωντανό το θεσμό της ελληνίδας καπετάνισσας. Και που παρά τις αντιξοότητες έχουμε σήμερα να καμαρώνουμε αρκετές συναδέλφισσες σε βαθμό υποπλοιάρχου αλλά και πρώτου πλοιάρχου.

Αποδείξαμε πως μπορούμε να σταθούμε ισάξια με τους άντρες συναδέλφους στις γέφυρες των πλοίων. Και δεν ανεχόμαστε άλλο πια ούτε διακρίσεις εξαιτίας του φύλου μας ούτε και άλλη εκμετάλλευση των γυναικών ναυτικών με στόχο να χτυπηθεί συνολικά το ναυτεργατικό κίνημα. Σας είπαμε, ξέρουμε γιατί μας ανοίξατε την πόρτα. Δε μας κάνατε χάρη.

Μας βάλατε στα καράβια για τον ίδιο λόγο που τώρα βάζετε τους αλλοδαπούς. Χωρίς να νοιάζεστε αν θα τα καταφέρουμε επαγγελματικά. Μας θέλατε το πολύ πολύ για ανθυποπλοιάρχους. Δεν περιμένατε πως θα καταφέρουμε κάτι καλύτερο. Επιδιώκατε να δημιουργήσετε ζευγάρια ναυτικών. Να μένουμε περισσότερο στο πλοίο, να δεχόμαστε μικρότερους μισθούς για να μας ναυτολογήσετε μαζί. Κι όταν τα σχέδιά σας βγήκαν όλα πλάνα, βιαστήκατε να μας κλείσετε την πόρτα. Προτιμώντας τους αλλοδαπούς.

Ε, σας λέμε ότι και αυτό το σχέδιο πλάνη θα βγει. Θα φροντίσουν οι ναυτεργάτες γι' αυτό. Κι εμείς θα σταθούμε δίπλα τους. Δίπλα στο ταξικό ναυτεργατικό κίνημα. Γιατί αυτό και μόνο μας στήριξε αταλάντευτα τριάντα τόσα χρόνια. Αν μη τι άλλο χρωστάμε τώρα να ανταποδώσουμε.

Γιατί αχάριστες οι ελληνίδες καπετάνισσες δεν είναι. Και το ξέρετε. Όπως αγαπήσαμε τα καράβια σας όταν μας δώσατε την ευκαιρία να εργαστούμε , και υπερβάλαμε εαυτούς για να σταθούμε αντάξιες, ίδια τώρα τιμούμε τα τριάντα χρόνια της παρουσίας μας υποστηρίζοντας ολόψυχα τον αγώνα των ναυτεργατών.

Στο κάτω κάτω δε μας αφήσατε άλλο δρόμο. Ο αγώνας των ναυτεργατών είναι η μόνη μας ελπίδα να μη σβήσει ο κλάδος μας. Και να μην πάνε στράφι τριάντα χρόνια προσπάθειας και θυσίας.