BLOG ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ ΠΛΟΙΑΡΧΩΝ Ε.Ν.

Για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Καββαδία, οι πατριώτες του

ΑΝΑΔΗΜΟΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΛΟΝΗΤΙΚΟ ΣΑΪΤ

http://www.kefaloniaphotonews.gr/news.asp?id=4480&catid=6&rndid=12012010

100 χρόνια από τη γέννηση του

Νίκου Καββαδία

Επιμέλεια: ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΟΥΜΠΟΣ

"Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής

των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,

και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,

χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων."

Ο Νίκος Καββαδίας ανήκει στους ποιητές της γενιάς του 30 που αγνόησαν τις επαναστατικές αλλαγές που σημειώθηκαν στην ποίηση και παρέμειναν πιστοί στην παράδοση. Τα ποιήματά του έχουν πλαίσιο τη θάλασσα και θέμα τη σκληρή ζωή των ναυτικών. Ωστόσο, για τον Καββαδία, η θάλασσα είναι ένας μαγικός κόσμος από τον οποίο αντλεί δύναμη και αγάπη για τον άνθρωπο.

Χρονολόγιο του Νίκου Καββαδία.

1910: Γεννιέται στη Μαντζουρία από κεφαλλονίτες γονείς.

1914: Η οικογένειά του επιστρέφει στην Ελλάδα, αλλά ο πατέρας του γυρίζει στη Ρωσία και επαναπατρίζεται το 1920.

1921: Εγκατάσταση στον Πειραιά. Φοιτά στο Δημοτικό Σχολείο της Γαλλικής Σχολής και στο Παρθεναγωγείο των αδελφών Μπάρδη. Συμμαθητής με τον Τσαρούχη.

1922: Εκδίδει το έμμετρο, μαθητικό περιοδικό "Σχολικός Σάτυρος" γραμμένο από τον ίδιο.

1927: Δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα.

1928: Εγκαταλείπει σπουδές στην Ιατρική και μπαίνει τη βιοπάλη, εξακολουθώντας τη δημοσίευση ποιημάτων στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας.

1929: Μπαρκάρει για πρώτη φορά στο φορτηγό "Άγιος Νικόλαος".

1930: Ταξιδεύει με το ατμόπλοιο "Πολικός".

1933: Δημοσιεύει τη συλλογή "Μαραμπού".

1939: Παίρνει δίπλωμα ασυρματιστή.

1940: Στο αλβανικό μέτωπο.

1941-1944: Στην κατεχόμενη Αθήνα.

1945: Ασυρματιστής στο επιβατηγό "Κορινθία".

1947: Εκδίδεται η ποιητική συλλογή το "Πούσι" και επανεκδίδεται το "Μαραμπού".

1949: Ασυρματιστής στο "Κυρήνεια".

1953: Παίρνει δίπλωμα ασυρματιστή Α'.

1954: Κυκλοφορεί το πεζογράφημα "Βάρδια".

1959: Η "Βάρδια" κυκλοφορεί στα Γαλλικά.

1961: Επανεκδίδεται το "Μαραμπού" και το "Πούσι".

1968: Ταξιδεύει στην Κεφαλονιά μετά από 35 χρόνια απουσίας.

1973: Επανεκδίδονται οι ποιητικές του συλλογές, ενώ παρουσιάζεται στο Λογοτεχνικό Εργαστήρι της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

1975: Πεθαίνει από εγκεφαλικό. Εκδίδεται το "Τραβέρσο".

1976: Επανεκδίδεται η "Βάρδια".

1977: Το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας θεσπίζει βραβείο στη μνήμη του.

Ο κόσμος του Καββαδία.

Για τον κόσμο του Καββαδία σημειώνει ο Τάσος Κόρφης:

«... τον βασανισμένο, πικρό κόσμο που άνηβος τσουρμάρει στα καράβια κι απόμαχος συνεχίζει να ταξιδεύει στη μαγεία του μεγάλου οράματος, μοναχικός και αθώος, προσπάθησε να εκφράσει ο Νίκος Καββαδίας στα έργα του.

Ποίηση εδραιωμένη σε ακριβοπληρωμένες εμπειρίες, όπου το πολύμορφο, το πολυποίκιλτο, το φανταιζί πιο εύστοχα αποδίδει την ανθρώπινη ερημιά (όπως εκείνη στα πολυθόρυβα καφενεία ή στους πολυάνθρωπους σταθμούς) και όπου η αλήθεια και το παραμύθι συγχέονται.

Κι ο έμμετρος λόγος, ένα σημαντικό προχώρημα μέσα στην παράδοση, δίνει μια αμεσότητα και μία γενικότητα σ' αυτά τα τραγούδια, τις εξομολογητικές αυτές στιγμές ενός ναύτη: ψήγματα από το πλούσιο χρυσωρυχείο της ζωής του. Ανησυχία, ανθρωπιά, πάθος για ελευθερία.

Και πίσω απ' αυτά ο τεχνίτης, που ξέρει να δουλεύει το στίχο χωρίς να προδίδει τις προθέσεις του. που ξέρει τις κακοτοπιές της επανάληψης, την αρμονία των αντιθέσεων, την ομορφιά των απροόπτων, την πειστικότητα των εικόνων.

Να προβάλει την αλήθεια, την ουσία της ποίησής του μέσα από την ατμόσφαιρα, το διάκοσμο ενός παράξενου, άγνωστου για μας κόσμου, με πολύγλωσσα ονόματα κι αλλόκοτες συνήθειες.

Ο "αμαρτωλός" Νίκος Καββαδίας μας κατακτά με την αθωότητα και τη συνέπεια της ανθρωπιάς του».

Πως γράφτηκε ο «Γκουεβάρα».

Ποιος δεν έχει διαβάσει το επαναστατικό του αυτό ποίημα που φλέγεται από πυρετό και ποιος δεν το 'χει, σε δύσκολες πολιτικές ώρες, μέσα του απαγγείλει για να πάρει κουράγιο από το πάθος και την αλήθεια του;

Το ποίημα αυτό, όπως αναφέρει ο φίλος του εκδότης Θ. Καραβίας, γράφτηκε σε μια από τις παραμονές του στην Αθήνα, στα χρόνια της δικτατορίας. Στη σκληρή κριτική του φίλου του ότι η ποίησή του έμενε στάσιμη στα ίδια μοτίβα και στις ίδιες διαθέσεις, χωρίς να επηρεάζεται από τις δύσκολες, τις δραματικές ώρες που περνούσε ο λαός μας, "Τώρα θα δεις!" του απάντησε. Και σε μια εβδομάδα, όπως είχαν στοιχηματίσει, ο Κόλιας μπήκε κατσούφης, δήθεν στο καφενείο να βρει τον Καραβία

«Τίποτα» είπε. «Δεν έγινε τίποτα».

Σε λίγο, όμως, διακόπτοντας τις επικρίσεις και τις ειρωνείες του φίλου του, έβγαλε δειλά, όπως πάντα, από την τσέπη του ένα χαρτί.

«Για διάβασε αυτό...».

Ήταν ο Γκουεβάρα που μέσα του έκρυβε όλη την πίκρα του για το βασανισμένο μας λαό. Το ποίημα, βέβαια, αυτό, κατά πάσα πιθανότητα, δε γράφτηκε μέσα στην εβδομάδα του στοιχήματος. Η μορφή του Γκουεβάρα πάντα τον απασχολούσε και θα το είχε μέσα του συνθέσει ή ακόμα και γράψει πολύ πιο πριν.

Κατευόδιο.

Στις 10 Φλεβάρη 1975 έσβησε "εν όρμω" ξαφνικά από εγκεφαλικό επεισόδιο και κηδεύτηκε με μια "σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες" ο ποιητής που σ' όλη του τη ζωή ονειρεύτηκε ένα γαλάζιο τάφο.

Και τα μόνα θαλασσινά λουλούδια που τον συνόδεψαν, τα λόγια ενός ναυτεργάτη, φίλου του στις θάλασσες και στα λιμάνια, του Χρήστου Παντελίδη, ο οποίος ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα, όταν έφηβος πρωτοδιάβασε το "Μαραμπού".

«Αγαπημένε μας, σύντροφε ποιητή!

Ο χτεσινός άνεμος, έφερε σε μας τους ναυτικούς το πιο θλιβερό ραπόρτο... Το φορτηγό που περίμενες να σε πάρει, καθυστέρησε. Είναι τραβερσωμένο καταμεσής του Ωκεανού, ζωσμένο στο πούσι.

Στα ποστάλια τέλειωσαν τα ματσακονίσματα, οι ναύτες κρεμασμένοι στις σκαλωσιές βάφουν τις άγκυρες, τραγουδώντας τα δικά σου τραγούδια. Οι καπετάνιοι δοκιμάζουν τη μπουρού. Το σερβέι σε λίγο τελειώνει...

Ένας μαρκόνης ανήσυχος, χθες αργά έστειλε το ραπόρτο στ' αγαπημένα σου μαραμπού να μη γρυλίζουν πια.

"Αν ο Κολόμπος ανακάλυψε την Αμερική, εμείς, δε βρήκαμε τη δικιά μας ήπειρο να ξεμπαρκάρουμε..." μας έλεγες. Μα εσύ τι βρήκες; Ποιο τσακισμένο καραβοφάναρο σε πέταξε σ' αυτές εδώ τις στεριές; Πες μας αν είναι αυτό το λιμάνι πού άθελά σου φουντάρισες, ετοίμασε και για μας ένα ντοκ να δέσουμε πρυμάτσα...

Ο Μάρτης! Αχ αυτός ο Μάρτης! Ξαναγεννιόσουν κάθε Μάρτη! Άργησε φέτος, όπως άργησε και το φορτηγό που θα αποχαιρετούσες τους γνωστούς απ' όλα τα λιμάνια του κόσμου...

Όλα άργησαν για σένα φέτος. Μονάχα εσύ βιάστηκες για το ταξίδι το αλαργινό.

Αγαπημένε μας ποιητή, καλό ταξίδι.

Δεν κουνάμε τα μαντίλια μας. Αυτό είναι για αταξίδευτους στεριανούς. Εμείς τα δικά μας τα πλέξαμε σαλαμάστρα και θα δέσουμε τις καινούργιες παντιέρες στα ξάρτια, τις παντιέρες που στο κέντρο τους θα 'χουν τη γαλάζια σου ζωγραφιά.

Αδελφέ μας ποιητή!

Ξεκουράσου στην τελευταία σου κουκέτα, στην πιο μικρή καμπίνα που γνώρισε ποτέ ναυτικός... Εμείς θα πάμε για σκάντζα βάρδια. Ένα καράβι, που πλέει αλάργα χωμένο στο πούσι, αν βρει τη ρότα του θα μας πάρει.

Για κατευόδιο, εμείς οι ναυτεργάτες σύντροφοί σου, σου αφήνουμε λίγο φιλτραρισμένο, από τα μάτια μας, θαλασσινό νερό. Είναι μαζεμένο απ' της θάλασσας τον καθάριο βυθό...»

«Αντίσταση».

Το παρακάτω ποίημα ανήκει σε αυτά που δεν εντάχθηκαν σε κάποια ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία αλλά δημοσιεύθηκαν σε διάφορα έντυπα.

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβυούν και εκείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ' όλες τις μεριές.
Μάτια λοξά και τ' αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα ιταλικά στην Ερυθρά.
Πουλιά σε αντικατοπτρισμό -Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.
Ανάβουνε του Barriochino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.
Γκρέκο και Λόρκα -Ισπανία και Πασιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οι Γερμανοί.
Τ' άρματα ζώνεσαι μ' αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
Οι κρεμασμένοι στα δέντρά, μπαίγνιο του ανέμου.

Κι απέ Δεκέμβρη, στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου από το Δρυ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

(Δημοσιεύτηκε στα "Ελεύθερα Γράμματα"

στις 10 Αυγούστου 1945 στο φύλλο υπ' αριθμόν 14).

  • Βιβλιογραφική σημείωση: Το παρατιθέμενο υλικό προέρχεται από τη μελέτη του αείμνηστου λογοτέχνη:

Τάσου Κόρφη (φιλολογικό ψευδώνυμο του αξιωματικού του Π.Ν. Αναστάσιου Ρομποτή), «Νίκος Καββαδίας. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του», Πρόσπερος, Αθήνα, 1994.

  • Ευχαριστίες οφείλονται στο φίλο Γεράσιμο Ρομποτή για την πολύτιμη βοήθειά του και τις παρατηρήσεις του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Welcome onboard! Αφήστε μας το μήνυμά σας και θα προσπαθήσουμε να σας απαντήσουμε το συντομότερο δυνατό. Εκτός αν αλλού αρμενίζουμε... Οπότε κουράγιο μέχρι να καταπλεύσουμε και πάλι στο λιμάνι...

ΔΩΣΤΕ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΔΟΚΙΜΩΝ!

ΟΙ ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΥΔΑΣΤΡΙΕΣ ΤΩΝ ΑΕΝ ΑΠΑΙΤΟΥΝ:


ΤΕΡΜΑ ΠΙΑ ΣΤΟΝ ΕΜΠΑΙΓΜΟ!

ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΩΡΑ!


ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΓΩΝΑ ΑΕΝ

Η ώρα σε όλο τον κόσμο

Οικολογικό Περισκόπιο

10 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010: ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΕΣ ΑΠΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΧΟΛΗ



Ο ΟΡΚΟΣ


ΕΜΕΙΣ ΤΟΝ ΚΡΑΤΗΣΑΜΕ...


ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΤΟΝ ΖΗΤΗΣΑΝ;


Στα μάτια σας, μας είπαν, βλέπουμε το μέλλον της Ναυτιλίας. (Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, κ. Φικιώρης)

Μα το δικό μας μέλλον αποδείχτηκε κόλαση.

Τώρα τα ίδια τάζουν στα νέα κορίτσια για να τα πείσουν να πάνε στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού. Αυτές δε θα χρειαστεί να περιμένουν για να ανακαλύψουν την ίδια κόλαση της ανεργίας. Από το πρώτο εξάμηνο σπουδών, αναζητώντας καράβι για πρακτική άσκηση, βρίσκονται αντιμέτωπες με τις κλειστές πόρτες των εταιρειών. Δεκάδες νέες καπετάνισσες κινδυνεύουν να χάσουν το επόμενο εξάμηνο της σχολής γιατί ο Ιούλιος μπήκε και καράβι δε βρήκαν. Πολλές ακόμη αναγκάστηκαν ήδη να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους για τον ίδιο λόγο. Μα κανενός υπευθύνου δεν ιδρώνει το αυτί.

Αντίθετα μας ζητούν να σκεφτούμε το κρουαζιερόπλοιο Ζενίθ και τα διαφυγόντα κέρδη για τον τουρισμό. Την ώρα που οι ναυτεργάτες, γυναίκες και άντρες, βρίσκονται στο απόλυτο ναδίρ. Και απαιτούν να μην απεργούμε, να μην αγωνιζόμαστε για το δίκιο μας. Είμαστε υποχρεωμένες να μην υπακούσουμε. Το δις εξαμαρτείν δεν αρμόζει ούτε στις γυναίκες. Και ειδικά σε καπετάνισσες.

Ορκιστήκαμε για καπετάνισσες. Όχι για νέες Ιφιγένειες. Και αυτόν τον όρκο θα τιμήσουμε. Καπετάνισσες στη θάλασσα και καπετάνισσες στη ζωή. Με το κεφάλι ψηλά απαιτούμε να τηρηθούν οι υποσχέσεις που μας δόθηκαν. Και να ληφθούν μέτρα ώστε να μη σβήσει ο θεσμός τριάντα χρόνων. Το μέλλον της ναυτιλίας ανήκει και σε μας. Όχι γιατί μας το έταξε ένας υπουργός μα γιατί έχουμε κι εμείς προσφέρει τον ιδρώτα μας για την ελληνική ναυτιλία.

Τώρα όμως με την άρση του καμποτάζ και τον αφανισμό των ελλήνων ναυτεργατών που θα σημάνει, το ΝΑΤ κινδυνεύει να χρεωκοπήσει. Πώς θα πληρωθούν οι συντάξεις σε όσους ναυτεργάτες τόσα χρόνια έδιναν τις εισφορές τους;

Γι' αυτό στον αγώνα κατά της άρσης του καμποτάζ είμαστε όλοι ενωμένοι. Άντρες και γυναίκες. Παλιές και νέες καπετάνισσες. Και είναι ο αγώνας αυτός αγώνας επιβίωσης.

Μη μας ζητάτε λοιπόν να σκεφτούμε το Ζενίθ. Γιατί αυτός που βρίσκεται στο ναδίρ δεν έχει πια τίποτε άλλο να χάσει αν αγωνιστεί. Εκτός από τις αλυσίδες του.

Βίρα λοιπόν τις άγκυρες! Κι ας σπάσουν και οι καδένες. Για το μέλλον που ονειρευτήκαμε και δικαιούμαστε μετά από τριάντα χρόνια να ζήσουμε. Την καταξίωση του θεσμού της ελληνίδας καπετάνισσας.

Έτσι τιμούμε εμείς την επέτειο των τριάντα χρόνων από την αποφοίτηση. Με αγώνες!

Εκεί, στον Πειραιά, στο λιμάνι. Που η ακηδία όλων μας ξεμπάρκαρε.

Είναι η ώρα να μας ξαναβρούν μπροστά τους. Και η ώρα να σταματήσουν να ξεγελάν κι άλλες αθώες κοπέλες με κούφιες υποσχέσεις. Η ώρα να βγει ο θεσμός από την κόλαση.

Τριάντα χρόνια μετά ξέρουμε καλά γιατί μας άνοιξαν την πόρτα της ναυτιλίας. Χωρίς καν να το ζητήσουμε εμείς. Τώρα νομίζουν πως έχουν το δικαίωμα να την ξανακλείσουν. Ωραία λοιπόν. Στις δικές τους κλειστές πόρτες απαντάμε με κλειστά λιμάνια. Δίκαιο δεν είναι;

Ή όλοι μαζί στο ζενίθ ή όλοι μαζί στο ναδίρ. Δεν μπορεί η μεν ελληνόκτητη ναυτιλία να είναι πρώτη στον κόσμο και να ανθοφορεί και οι έλληνες ναυτεργάτες να πετιούνται στον καιάδα. 85.000 έλληνες ναυτικοί το 1980, λιγότεροι από 20.000 σήμερα. Μιλάνε οι αριθμοί. Κόντρα στους αριθμούς για τα διαφυγόντα κέρδη από το Ζενίθ και το κάθε Ζενίθ. Και στο κάτω κάτω ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΡΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Απαιτούμε λοιπόν από την Πολιτεία να θέσει στο ζενίθ της τον άνθρωπο. Ζητάμε να πάρει πίσω την άρση του καμποτάζ και να θεσμοθετήσει μέτρα στήριξης τόσο των ελλήνων ναυτεργατών όσο και της γυναίκας ναυτεργάτριας.

Ζητάμε πολλά; Όχι! Ζητάμε μόνο να τιμήσουν τα τριάντα χρόνια που χωρίς καμία στήριξη καταφέραμε να κρατήσουμε ζωντανό το θεσμό της ελληνίδας καπετάνισσας. Και που παρά τις αντιξοότητες έχουμε σήμερα να καμαρώνουμε αρκετές συναδέλφισσες σε βαθμό υποπλοιάρχου αλλά και πρώτου πλοιάρχου.

Αποδείξαμε πως μπορούμε να σταθούμε ισάξια με τους άντρες συναδέλφους στις γέφυρες των πλοίων. Και δεν ανεχόμαστε άλλο πια ούτε διακρίσεις εξαιτίας του φύλου μας ούτε και άλλη εκμετάλλευση των γυναικών ναυτικών με στόχο να χτυπηθεί συνολικά το ναυτεργατικό κίνημα. Σας είπαμε, ξέρουμε γιατί μας ανοίξατε την πόρτα. Δε μας κάνατε χάρη.

Μας βάλατε στα καράβια για τον ίδιο λόγο που τώρα βάζετε τους αλλοδαπούς. Χωρίς να νοιάζεστε αν θα τα καταφέρουμε επαγγελματικά. Μας θέλατε το πολύ πολύ για ανθυποπλοιάρχους. Δεν περιμένατε πως θα καταφέρουμε κάτι καλύτερο. Επιδιώκατε να δημιουργήσετε ζευγάρια ναυτικών. Να μένουμε περισσότερο στο πλοίο, να δεχόμαστε μικρότερους μισθούς για να μας ναυτολογήσετε μαζί. Κι όταν τα σχέδιά σας βγήκαν όλα πλάνα, βιαστήκατε να μας κλείσετε την πόρτα. Προτιμώντας τους αλλοδαπούς.

Ε, σας λέμε ότι και αυτό το σχέδιο πλάνη θα βγει. Θα φροντίσουν οι ναυτεργάτες γι' αυτό. Κι εμείς θα σταθούμε δίπλα τους. Δίπλα στο ταξικό ναυτεργατικό κίνημα. Γιατί αυτό και μόνο μας στήριξε αταλάντευτα τριάντα τόσα χρόνια. Αν μη τι άλλο χρωστάμε τώρα να ανταποδώσουμε.

Γιατί αχάριστες οι ελληνίδες καπετάνισσες δεν είναι. Και το ξέρετε. Όπως αγαπήσαμε τα καράβια σας όταν μας δώσατε την ευκαιρία να εργαστούμε , και υπερβάλαμε εαυτούς για να σταθούμε αντάξιες, ίδια τώρα τιμούμε τα τριάντα χρόνια της παρουσίας μας υποστηρίζοντας ολόψυχα τον αγώνα των ναυτεργατών.

Στο κάτω κάτω δε μας αφήσατε άλλο δρόμο. Ο αγώνας των ναυτεργατών είναι η μόνη μας ελπίδα να μη σβήσει ο κλάδος μας. Και να μην πάνε στράφι τριάντα χρόνια προσπάθειας και θυσίας.